UmamiPedia: Κρήτη


Αν και δεν έχει κατακυριεύσει τις Ελληνικές αγορές το Κρητικό κρασί δεν είναι άγνωστο στον καταναλωτή έστω και σε επίπεδο φήμης. Γεγονός είναι ότι η Μεγαλόνησος διαθέτει σήμερα πάνω από 100.000 στρέμματα αρκετά διαφορετικά οικοσυστήματα, μεγάλο αριθμό τοπικών ποικιλιών και παράγει μια μεγάλη ποικιλία κρασιών με διαφορετικό ύφος που καλύπτουν όλη την κλίμακα τιμών και ποιότητας. Παρά το ότι ουσιαστικά βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ελλάδας άρα θεωρητικά και το πιο θερμό, η Κρήτη προσφέρεται για καλλιέργεια αμπέλου. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο οι ορεινοί όγκοι που κόβουν ντο νησί στα δύο από την Ανατολή προς τη Δύση και η εκτεταμένη έκθεση του προς το Βορρά. Το κρασί υπάρχει στην Κρήτη ήδη από τους Μινωικούς χρόνους και η παρουσία του συνεχίζεται αδιάρακτη μέχρι σήμερα. Άλλωστε το αρχαιότερο οινοποιείο στον κόσμο βρίσκεται στις Αρχανές στο νόμο Ηρακλείου. Ποιοτικά και ποσοτικά η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη. Η μερίδα του λέοντος ανήκει στο Ηράκλειο το οποίο ακολουθείται (ποιοτικά) από το Λασίθι αφήνοντας στην ουρά τα Χανιά και το Ρέθυμνο. Εκτός από τα επιμέρους κρασιά με δικαίωμα στις ενδείξεις Ονομασία Προέλευσης ή Τοπικός Οίνος που παράγει κάθε νομός η Κρήτη έχει δικαίωμα στη παραγωγή ενός διαμερισματικού κρασιού με την ένδειξη Κρητικός Τοπικός Οίνος.

Κρητικός Τοπικός Οίνος



Νομός Ηρακλείου
Μετά την Αχαϊα είναι ο νομός που έχει δικαίωμα στα περισσότερα κρασιά (3) με Ονομασία Προέλευσης. Είναι ταυτόχρονα και ο πιο αμπελοφυτεμένος νομός (60.000 στρ.) της Κρήτης. Σε ποικιλιακό επίπεδο οι ερυθρές Μανδηλαριά και Κοτσιφάλι κυριαρχούν στα Πεζά και τις Αρχάνες ενώ το Λιάτικο κάνει την παρουσία του μόνο στη ζώνη των Δαφνών. Αντίθετα σε ότι αφορά στις λευκές ποικιλίες η κυρίαρχη Βηλάνα είναι έντονα παρούσα στη ζώνη των Πεζών και πολύ λιγότερο στις άλλες δύο ζώνες όπου η αξιοποίηση της δεν είναι δυνατή για την παραγωγή κρασιού με ένδειξη Ονομασίας Προέλευσης. Πέραν όμως των κλασσικών ποικιλιών την τελευταία δεκαετία γίνονται προσπάθειες και πειραματισμοί με στόχο την αναβίωση κάποιον ξεχασμένων πλην όμως υποσχόμενων ποικιλιών. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι το Θραψαθήρι, το Πλυτό, το Δαφνί, το Βιδιανό και η Μαλβάζια. Εκτός από τις προαναφερθείσες ποικιλίες στους αμπελώνες των νεότερων κυρίως εκμεταλλεύσεων καλλιεργούνται και αρκετές διεθνείς με κυριότερες το Cabernet Sauvignon, το Sauvignon και το Chardonnay. Και στις τρεις ζώνες οι αμπελώνες βρίσκονται σε λοφώδεις περιοχές στους πρόποδες των ορεινών όγκων σε υψόμετρα που κυμαίνονται από τα 200 έως τα 800 μέτρα ανάλογα με τη ζώνη. Ο Νομός έχει δικαίωμα επίσης στην παραγωγή ενός κρασιού με ένδειξη Τοπικός Οίνος.


Ο.Π.Α.Π. Πεζά
Οίνος λευκός ή ερυθρός ήσυχος (χωρίς CO2) που σε επίπεδο γλυκύτητας μπορεί να είναι μόνο ξηρός. Σε ποικιλιακό επίπεδο ο μεν λευκός προέρχεται από Βηλάνα, ο δε ερυθρός από Μανδηλαριά και Κοτσιφάλι.

Ο.Π.Α.Π. Αρχάνες
Οίνος ερυθρός ήσυχος (χωρίς CO2) που σε επίπεδο γλυκύτητας μπορεί να είναι μόνο ξηρός. Σε ποικιλιακό επίπεδο προέρχεται από Μανδηλαριά και Κοτσιφάλι.

Ο.Π.Α.Π. Δαφνές
Οίνος ερυθρός ήσυχος (χωρίς CO2) που σε επίπεδο γλυκύτητας μπορεί να είναι ξηρός ή γλυκός. Σε ποικιλιακό επίπεδο προέρχεται από Λιάτικο.

Ηρακλειώτικος Τοπικός Οίνος



Νομός Λασιθίου
Τα κρασιά της Σητείας (έτσι συνήθως αποκαλούνται τα κρασιά του νομού με Ονομασία Προέλευσης) δεν έχουν σε καμία περίπτωση τη φήμη των παραγομένων στο γειτονικό Νομό Ηρακλείου. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι το Λιάτικο που ήταν η μοναδική μέχρι πρότινος ποικιλία που επιτρεπόταν δίνει μάλλον ανοιχτόχρωμα κρασιά οξειδώνεται εύκολα και από πολλούς θεωρείται περισσότερο κατάλληλη για επιδόρπια κρασιά. Ήδη με τροποποίηση του σχετικού νόμου επιτρέπεται η χρήση και της ποικιλίας Μανδηλαριά (σε ποσοστό μέχρι 20%) χωρίς αυτό να είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε αναβάθμιση των κρασιών της ζώνης. Εκτός από το Λιάτικο στη ζώνη καλλιεργούνται και οι λευκές ποικιλίες Βηλάνα και Θραψαθήρι που επιτρέπουν την παραγωγή ενός λευκού οίνου με δικαίωμα στην Ονομασία Προέλευσης. Ο Νομός έχει περίπου 10.000 στρέμματα αμπελώνες από τα οποία τα 7.000 βρίσκονται εντός των ορίων της ζώνης σε υψόμετρο (συνήθως) από 300 έως 700 μέτρα. Μέχρι στιγμής ελάχιστοι ιδιώτες οινοπαραγωγοί δραστηριοποιούνται στη ζώνη. Εκτός από την Ονομασία Προέλευσης ο νομός έχει δικαίωμα στην παραγωγή ενός κρασιού με ένδειξη Τοπικού Οίνου.


Ο.Π.Α.Π. Σητεία
Οίνος λευκός ή ερυθρός ήσυχος (χωρίς CO2). Σε επίπεδο γλυκύτητας μπορεί να είναι μόνο ξηρός ο λευκός και ξηρός ή γλυκός ο ερυθρός. Σε ποικιλιακό επίπεδο ο μεν λευκός προέρχεται από Βηλάνα (70%) και Θραψαθήρι (έως 30%) ο δε ερυθρός από Λιάτικο (80%) και Μανδηλαριά (20%).

Τοπικός Οίνος Λασιθίου



Νομός Χανιών
Ποικιλιακά είναι μάλλον ασήμαντος αν και διαθέτει 17.000 στρέμματα αμπελώνων. Η κυρίαρχη καλλιεργημένη ποικιλία είναι το Ρωμεϊκο που καλύπτει το 90% των αμπελώνων. Η συγκεκριμένη ποικιλία είναι ασήμαντη ποιοτικά και το μόνο της ενδιαφέρον είναι ότι συμμετέχει στην παραγωγή ενός ιδιότυπου τοπικού κρασιού του «μαρουβά». Στο νομό δραστηριοποιούνται λίγοι ιδιώτες αμπελουργοί παραγωγοί οι οποίοι καλλιεργούν κυρίως ξένες ποικιλίες. Ο Νομός Χανίων έχει δικαίωμα στην παραγωγή ενός κρασιού με ένδειξη Τοπικός Οίνος.

Τοπικός Οίνος Κισάμου



Νομός Ρεθύμνου
Αν και διαθέτει 15.000 στρέμματα αμπελώνων ο νομός απουσιάζει παντελώς από το σύγχρονο οινικό προσκήνιο. Σε ποικιλιακό επίπεδο κυρίαρχη θέση κατέχει το Ρωμέϊκο. Υπάρχουν ακόμα δύο ποικιλίες με ενδιαφέρον εκ των οποίων η μία (Τσαρδάνα) εμφανίζεται και στο νομό Χανίων η δε άλλη (Βιδιανό) καλλιεργείται και στο νομό Ηρακλείου με ενδιαφέροντα αποτελέσματα.



Δ.Κ.

UmamiPedia – η εγκυκλοπαίδεια της απόλαυσης
A
B
C
D
E
F
G
L
M
N
P
Q
R
S
T
U
V
Α
Ά
Α
Ά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Έ
Ε
Έ
Ζ
Η
Ή
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Ό
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Φ
Χ
Ψ