Daniel Humm, πόση Ελλάδα θα έχει το νέο σου project στο Manhattan;

Ένας από τους σημαντικότερους σεφ της σύγχρονης παγκόσμιας γαστρονομίας μιλά στο αθηνόραμα για το ταξίδι στην Ελλάδα που «του άλλαξε τη ζωή», όπως λέει, για τα όσα κράτησε από τις ελληνικές ταβέρνες για το νέο του project στη Νέα Υόρκη, αλλά και για τη διαρκή επανεφεύρεση που τον οδήγησε από τα 3* Michelin στην κορυφή του κόσμου — και από εκεί σε μια από τις πιο ριζοσπαστικές αλλαγές στην ιστορία του σύγχρονου fine dining.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Ο Daniel Humm έχει περάσει μεγάλο μέρος της καριέρας του αμφισβητώντας πράγματα που κάποια στιγμή έμοιαζαν δεδομένα. Στο "Eleven Madison Park" της Νέας Υόρκης έφτασε στην κορυφή κάθε διεθνούς συστήματος αξιολόγησης που μετράει, κατακτώντας τρία αστέρια Michelin, τρία μαχαίρια στα The Best Chef Awards και την πρώτη θέση στη λίστα The World’s 50 Best Restaurants του 2017. Κι όμως, αντί να προστατεύσει τη συνταγή της επιτυχίας του, την τίναξε στον αέρα: μετά την πανδημία ξήλωσε εκ βάθρων τη μαγειρική ταυτότητα ενός από τα διασημότερα εστιατόρια του κόσμου και την επανασυναρμολόγησε πάνω σε ένα plant-based μοντέλο, ανοίγοντας μια από τις πιο έντονες συζητήσεις των τελευταίων ετών γύρω από το τι μπορεί —και τι πρέπει— να είναι το fine dining.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης

Σήμερα, όμως, για την επόμενη φάση της δουλειάς του ο Daniel Humm αντλεί έμπνευση από την Ελλάδα. Πέρυσι, ο Humm ταξίδεψε για δύο εβδομάδες με την ομάδα του στην Κρήτη, την Τήνο και την Αθήνα, αναζητώντας όχι τη σύγχρονη ελληνική υψηλή γαστρονομία, αλλά κάτι βαθύτερο: τη σχέση μας με το φαγητό, τον τόπο, την πρώτη ύλη και τη φιλοξενία. Επισκέφθηκε ταβέρνες, παραγωγούς και φάρμες, και όσα συνάντησε πρόκειται να τροφοδοτήσουν το νέο εστιατόριο που αναπτύσσει στο Manhattan. "Το ταξίδι μου στην Ελλάδα άλλαξε τη ζωή μου", λέει σήμερα, έχοντας ήδη επιστρέψει στη χώρα μας ως ο τελευταίος guest chef του φετινού Sani Gourmet. Και καθώς εξηγεί τι ακριβώς ανακάλυψε εδώ, η κουβέντα ανοίγει αναπόφευκτα προς την απλότητα, την αυθεντικότητα και το επόμενο κεφάλαιο της υψηλής γαστρονομίας.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Πέρυσι περάσατε δύο εβδομάδες ταξιδεύοντας με την ομάδα σας στην Κρήτη, την Τήνο και την Αθήνα, όχι για να μελετήσετε το fine dining, αλλά για να κατανοήσετε τη σχέση των Ελλήνων με το φαγητό, την πρώτη ύλη και τη φιλοξενία. Έχετε πει ότι αυτό το ταξίδι θα επηρεάσει το νέο εστιατόριο που αναπτύσσετε στο Manhattan. Ποιο ήταν το σημαντικότερο μάθημα που σας έδωσε η Ελλάδα και θέλετε να μεταφέρετε σε αυτό το project;

Για μένα είναι το πνεύμα της σύνδεσης. Το φαγητό, τα υλικά και η φιλοξενία ήταν πάντοτε αλληλένδετα στο μυαλό μου, όμως με ενέπνευσε βαθιά ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες συνδέονται όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τη γη και το περιβάλλον τους.

Όταν μαγειρεύουν, βρίσκουν αυτό που είναι φρέσκο και το χρησιμοποιούν, έχοντας ταυτόχρονα επίγνωση του τόπου από τον οποίο προέρχεται το καθετί. Κι όταν έρχεται η ώρα να φάνε, χαμηλώνουν τους ρυθμούς και χρησιμοποιούν το τραπέζι ως μια στιγμή πραγματικής σύνδεσης μεταξύ τους.

Είναι κάτι πολύ όμορφο. Υπάρχει μια βαθιά υπερηφάνεια σε αυτή τη σχέση και ένα πραγματικό πάθος να τη μοιραστούν με τους άλλους.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026
Ο Daniel Humm ήταν ο guest chef που έκλεισε τη φετινή διοργάνωση του Sani Gourmet

Στο ίδιο ταξίδι επιλέξατε να περάσετε χρόνο όχι μόνο σε αναγνωρισμένα εστιατόρια, αλλά και σε παραδοσιακές ταβέρνες, φάρμες και δίπλα σε τοπικούς παραγωγούς. Τι πιστεύετε ότι μπορεί ακόμη να μάθει η σύγχρονη γαστρονομία από μέρη όπου η μαγειρική δεν προσπάθησε ποτέ να εντυπωσιάσει κανέναν;

Την απλότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η παραδοσιακή ελληνική κουζίνα δεν είναι εξαιρετική — γιατί είναι. Βασίζεται, όμως, στη χρήση των πιο φρέσκων τοπικών υλικών και στο να τα αφήνεις να μιλήσουν από μόνα τους.

Για χρόνια, η υψηλή γαστρονομία οριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα ενός σεφ να μεταμορφώσει ένα υλικό σε κάτι εντελώς μοναδικό ή ακόμη και αγνώριστο. Αυτό μπορεί να είναι όμορφο και πιστεύω ότι εξακολουθεί να έχει θέση στη γαστρονομία. Είναι όμως όμορφο και κάθε επιμέρους συστατικό ενός πιάτου από μόνο του. Αυτό είναι κάτι που με έχει γοητεύσει πολύ στην ελληνική μαγειρική.

Υπάρχει τεράστιος σεβασμός για το περιβάλλον, τα ζώα, το έδαφος και τα λαχανικά που μεγαλώνουν σε αυτό. Και μαζί με τον σεβασμό έρχονται η ποιότητα και η απίστευτη γεύση. Υπάρχει μια αυτοπεποίθηση σε αυτή την προσέγγιση, από την οποία έχω μάθει πολλά.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Έχετε μεταμορφώσει τα τελευταία χρόνια το "Eleven Madison Park" πιο ριζικά από σχεδόν οποιοδήποτε άλλο εστιατόριο τριών αστέρων Michelin, αμφισβητώντας παραδοχές που πολλοί θεωρούσαν απαραβίαστες. Κοιτάζοντας πίσω σήμερα, πιστεύετε ότι αυτή η απόφαση άλλαξε περισσότερο εσάς ή το ίδιο το εστιατόριο; Και με ποιον τρόπο;

Με άλλαξε πολύ ως σεφ. Ένα από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν ανέκαθεν το "Eleven Madison Park" είναι η διαρκής εξέλιξή μας, τόσο μέσα από τις εποχικές αλλαγές του μενού όσο και μέσα από τις διαφορετικές θεματικές που τα καθόριζαν. Ξεκινήσαμε ως brasserie, περάσαμε σε tasting menu που γνώρισε πολλές διαφορετικές εκδοχές μέσα στα χρόνια και φτάσαμε στο σημερινό μας μενού. Πάντα ήμουν πολύ υπερήφανος για την ικανότητά μας να επανεφευρίσκουμε τον εαυτό μας.

Κάπου στην πορεία συνειδητοποίησα ότι αυτή ακριβώς η επανεφεύρεση είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για μένα. Φυσικά, τα αστέρια Michelin και η ανάδειξή μας σε καλύτερο εστιατόριο του κόσμου είναι σημαντικά. Αυτό, όμως, που με ωθεί να προχωρώ είναι η αλλαγή.

Διαβάστε Επίσης

Το fine dining φαίνεται να μπαίνει σε ένα καινούργιο κεφάλαιο. Σε όλο τον κόσμο βλέπουμε εστιατόρια λιγότερο επίσημα, περισσότερο χαλαρά και συναισθηματικά, ενώ οι επισκέπτες αναζητούν ολοένα περισσότερο την αυθεντικότητα αντί για το θέαμα. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος εστιατορίων όπως το "Eleven Madison Park" μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο;

Με πολλούς τρόπους πιστεύω ότι το "Eleven Madison Park" βρίσκεται στην ιδανική θέση για αυτές τις αλλαγές. Όπως τα περισσότερα εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας, είμαστε υπερήφανοι για το εξαιρετικό επίπεδο φιλοξενίας μας. Νομίζω όμως ότι στη δική μας περίπτωση αυτή εκφράζεται με τρόπους που ο κόσμος δεν περιμένει από ένα εστιατόριο αυτού του επιπέδου.

Πάντα θέλαμε το EMP να αποπνέει ζεστασιά και να είναι φιλόξενο. Παίρνουμε τη δουλειά μας σοβαρά, φυσικά, αλλά είμαστε ταυτόχρονα παιχνιδιάρηδες και ανάλαφροι. Αυτό περνά και στο service, το οποίο είναι πολύ προσωπικό και καθόλου στημένο ή πομπώδες. Νομίζω ότι αυτό εκπλήσσει αρκετό κόσμο, αλλά είναι και ένα από τα στοιχεία που μας έφεραν μέχρι εδώ — και πιστεύω ότι θα συνεχίσει να μας πηγαίνει μπροστά.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Πολλές από τις συζητήσεις που καθορίζουν σήμερα τη γαστρονομία —βιωσιμότητα, προσβασιμότητα, συναίσθημα, αυθεντικότητα, πολιτισμική ταυτότητα— καταλήγουν τελικά στην ίδια ερώτηση: σε τι χρησιμεύει πραγματικά η υψηλή γαστρονομία; Έπειτα από όλα όσα έχετε ζήσει, ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος της στην κοινωνία σήμερα;

Για μένα έχει να κάνει με το να αμφισβητείς τις προσδοκίες. Πολλοί άνθρωποι περιμένουν από το fine dining να εμφανίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να ακολουθεί μια συγκεκριμένη ρουμπρίκα. Δεν ξέρω, όμως, αν κάτι τέτοιο θα ήταν βιώσιμο για μένα ως σεφ. Νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος που πάντοτε επιδίωκα την αλλαγή.Θέλω να δείξω στον κόσμο ότι μπορείς να συνεχίζεις να εξελίσσεσαι, να εισάγεις καινούργια υλικά, συνταγές ή ακόμη και ολόκληρες ιδέες και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθείς να δημιουργείς κάτι σπουδαίο.

Παράλληλα, πιστεύω ότι η υψηλή γαστρονομία έχει και έναν εκπαιδευτικό ρόλο. Ως σεφ μαθαίνω διαρκώς και θέλω αυτό να περνά στο φαγητό μου. Όταν κάποιος το δοκιμάζει για πρώτη φορά, θέλω να του προσφέρει κάτι που δεν περίμενε απαραίτητα, γιατί το φαγητό μπορεί να ανοίξει καινούργιους κόσμους και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026

Πριν από λίγες μέρες κλείσατε τη διοργάνωση του Sani Gourmet 2026 ως ο τελευταίος guest chef της σεζόν. Τι σας έκανε να αποδεχθείτε αυτή την πρόσκληση και τι θέλατε να πάρουν μαζί τους οι επισκέπτες από εκείνη τη βραδιά, πέρα από τα ίδια τα πιάτα;

Το ταξίδι μου στην Ελλάδα πέρυσι άλλαξε τη ζωή μου. Οι άνθρωποι που γνώρισα, το φαγητό που δοκίμασα και η σύνδεση που αισθάνθηκα ήταν τόσο δυνατά, ώστε τα σκέφτομαι από τη στιγμή που έφυγα.

Όταν λοιπόν ήρθε η πρόσκληση από το Sani Gourmet να συμμετάσχω στο φεστιβάλ, είπα αμέσως ναι. Πέρα από το να προσφέρουμε ένα νόστιμο γεύμα στους καλεσμένους μας, ήθελα να φύγουν όλοι αισθανόμενοι όπως αισθανόμουν κι εγώ πέρυσι όταν έφυγα από την Ελλάδα: συνδεδεμένοι, εμπνευσμένοι και ζωντανοί.

Ο Daniel Humm στο Sani Gourmet 2026
Ο Daniel Humm με την culinary comittee του ομίλου Sani / Ikos λίγο πριν το τελευταίο service του Sani Gourmet 2026

Έπειτα από όλα όσα έχετε κατακτήσει —από τα αστέρια Michelin μέχρι την ανάδειξη του εστιατορίου σας ως καλύτερου στον κόσμο— τι εξακολουθεί να σας συναρπάζει αρκετά ώστε να σας κάνει να αισθάνεστε ξανά σαν νέος σεφ;

Πριν από περίπου 15 χρόνια φτιάξαμε μια λίστα με λέξεις που θεωρούσαμε ότι περιέγραφαν καλύτερα αυτό που θέλαμε να είμαστε ως εστιατόριο. Μία από αυτές ήταν η "αέναη επανεφεύρεση".

Μπορεί να έχω πλέον δεκαετίες εμπειρίας ως σεφ, αλλά τίποτα δεν μένει ποτέ ίδιο — κι ούτε θέλω να μένει. Όταν επανεφευρίσκω κάτι, αισθάνομαι όπως όταν ήμουν 20 χρόνων, τότε που νόμιζα ότι τα ήξερα όλα. Τώρα που είμαι μεγαλύτερος, καταλαβαίνω πόσα είχα ακόμη να μάθω.

Ακόμη δεν τα ξέρω όλα — κανείς δεν τα ξέρει. Όταν όμως συνεχίζω να πιέζω τον εαυτό μου να μάθει περισσότερα και να εξελιχθεί, τότε πιστεύω ότι κάνω μερικές από τις καλύτερες δουλειές μου. Όταν δοκιμάζω κάτι καινούργιο, ακόμη κι αν με κάνει να αισθάνομαι νευρικός ή φοβισμένος, τότε είναι που νιώθω ξανά σαν νέος σεφ.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Εστιατόρια

Εδώ τρώγαμε παγωτό παιδιά: 4 ιστορικές διευθύνσεις που αντέχουν στον χρόνο

Από τα Άνω Πατήσια μέχρι το Παγκράτι, αυτά είναι τα παλιά παγωτατζίδικα επιμένουν να κάνουν τα πράγματα όπως τα έμαθαν. Με μεράκι και καϊμάκι.

ΓΡΑΦΕΙ: ΛΕΝΑ ΓΚΟΒΑΡΗ
27/08/2026

Η Σαλαμίνα έχει ένα πολύ δυνατό ψαροφαγικό στέκι και έχουμε τις αποδείξεις

Μια ανάσα από την Αθήνα, αυτό το ανεπιτήδευτο ψαροφαγικό στέκι στη Σαλαμίνα σερβίρει φρέσκο ψάρι, όστρακα, θαλασσινά και μεζέδες που αξίζουν τη μικρή απόδραση.

Από το Τόκιο στην Ερμού: Η Αθήνα κόλλησε με το ιαπωνικό γλυκό mochi

Μαστιχωτά, πολύχρωμα και απρόσμενα εθιστικά, τα ιαπωνικά mochi βρίσκουν τη θέση τους στην Αθήνα, από κλασικές γεμίσεις μέχρι παγωμένες εκδοχές που κάνουν ήδη θραύση στο κέντρο πια.

Το The C Beach υποδέχεται την αυγουστιάτικη πανσέληνο με full moon BBQ

Από το ηλιοβασίλεμα έως το βράδυ, οι επισκέπτες θα απολαύσουν ένα BBQ experience με live grilling, σε ένα ειδικά διαμορφωμένο σκηνικό στην παραλία.

Λίγα λεπτά από το Κατράκειο, ένα διαφορετικό μεξικάνικο δεν μένει μόνο στα tacos

Το Emiliano Zapata στον Κορυδαλλό ανοίγει το παιχνίδι με χρώμα, αυλή, λάτιν διάθεση και μια κουζίνα που δεν φοβάται να ξεφύγει από τα αναμενόμενα.

Η Αθήνα κατεβάζει ρολά, το Ψυρρή όχι: 7 στάσεις για καλοκαιρινή έξοδο

Όταν η Αθήνα αδειάζει, το Ψυρρή επιμένει να κρατά ψηλά τον παλμό. Επτά στάσεις για καφέ, φαγητό, ποτό και γλυκό σε μια από τις πιο ζωντανές γειτονιές του κέντρου.

Το ξεχωριστό ψαροφαγικό στέκι στο Λαγονήσι για μετά τη βουτιά – και όχι μόνο

Κάτω από τις σκιερές μουριές στο Λαγονήσι, η Κυρά Πόπη σερβίρει εδώ και σχεδόν 30 χρόνια φρέσκο ψάρι, θαλασσινές γεύσεις και αυθεντική καλοκαιρινή ατμόσφαιρα.