Μοιάζει λίγο με ζαχαρωμένο μπαλάκι, λίγο με μίνι πλανήτη σε παστέλ αποχρώσεις και, όταν το δαγκώσεις, αντιστέκεται όσο χρειάζεται πριν υποχωρήσει σε εκείνη την παράξενα εθιστική, μαστιχωτή υφή του. Το mochi δεν είναι ακριβώς γλυκό, δεν είναι ακριβώς παγωτό –τουλάχιστον όχι πάντα– και σίγουρα δεν μοιάζει με τίποτα από όσα μεγάλωσαν στις βιτρίνες των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς έχει αρχίσει να αποκτά το δικό του κοινό.
Για τους Ιάπωνες, βέβαια, όλο αυτό το hype είναι μάλλον χαριτωμένο. Εξάλλου, το mochi βρίσκεται στην κουλτούρα τους εδώ και αιώνες, διατηρώντας μια θέση πολύ πιο σοβαρή από εκείνη ενός Instagram-friendly γλυκού. Η παρασκευή του συνδέεται με το mochitsuki, μια παραδοσιακή διαδικασία κατά την οποία το ειδικό κολλώδες ρύζι, το mochigome, μαγειρεύεται και στη συνέχεια κοπανιέται ρυθμικά σε μεγάλα ξύλινα ή πέτρινα γουδιά, τα usu, μέχρι να μεταμορφωθεί σε μια λεία, ελαστική, σχεδόν μεταξένια πάστα.

Η τιμητική του έρχεται την περίοδο της ιαπωνικής Πρωτοχρονιάς, όταν τα mochi συνδέονται με καλοτυχία, ευημερία και οικογενειακές τελετουργίες. Η ιστορία τους πηγαίνει πολλούς αιώνες πίσω, με αναφορές ήδη από την περίοδο Heian, ενώ από τον 10ο αιώνα εμφανίζονται σε θρησκευτικές τελετές και προσφορές. Η ίδια η λέξη έχει συνδεθεί με την ιδέα ενός φαγητού που προσφέρεται ως κάτι πολύτιμο, σχεδόν ιερό.
Το παραδοσιακό mochi μπορεί να γεμίσει με anko, τη γλυκιά πάστα από κόκκινα φασόλια, να αρωματιστεί με matcha, να συνδυαστεί με κάστανο ή να πασπαλιστεί με kinako, το καβουρδισμένο αλεύρι σόγιας που του χαρίζει μια γήινη, ελαφρώς ξηροκαρπάτη διάσταση. Η σύγχρονη εκδοχή του, βέβαια, έχει προ πολλού αφήσει τη φαντασία να πάρει το πάνω χέρι. Σοκολάτα, βανίλια, mango, καρύδα, passion fruit, φιστίκι και ό,τι άλλο μπορεί να χωρέσει μέσα σε ένα μικρό, ελαστικό περίβλημα ρυζιού μπαίνει πλέον στο παιχνίδι.

Και κάπου εδώ φτάνουμε στην Αθήνα
Λίγα βήματα από την Ερμού, στην οδό Νίκης, το Mochi Athens έχει κάνει αυτή τη μικρή ιαπωνική λιχουδιά ολόκληρο concept. Πολύχρωμο, παιχνιδιάρικο και τόσο όσο pop χρειάζεται, λειτουργεί σαν μικρό pit stop για όσους θέλουν κάτι γλυκό χωρίς να δεσμευτούν με οικογενειακού μεγέθους προφιτερόλ.
Εδώ το mochi αγοράζεται και με το κομμάτι – πράγμα επικίνδυνα βολικό γιατί μπαίνεις για ένα και ξαφνικά αρχίζεις να συζητάς σοβαρά αν χρειάζεσαι κουτί. Ταυτόχρονα, οι γεύσεις ξεπερνούν τις δώδεκα και κινούνται από τις πιο αναγνωρίσιμες μέχρι τις πιο παιχνιδιάρικες. Μάνγκο, μάτσα, βανίλια, καρύδα, φρούτο του πάθους, φιστίκι, μαστίχα, αλλά και πιο εποχιακές εμπνεύσεις όπως μελομακάρονο δείχνουν πόσο εύκολα το mochi προσαρμόζεται στις γεύσεις κάθε τόπου χωρίς να χάνει την ιδιαίτερη υφή του.
Το επόμενο επίπεδο, όμως, είναι τα mochi ice cream. Εδώ η ελαστική ζύμη ρυζιού αγκαλιάζει μια παγωμένη καρδιά και το αποτέλεσμα ισορροπεί κάπου ανάμεσα σε γλύκισμα και παγωτό μιας μπουκιάς. Φράουλα, σοκολάτα, μάνγκο, καρύδα ή φιστίκι: παγωμένα, μαλακά, chewy και αρκετά φωτογενή ώστε να έχουν ήδη κερδίσει τη γενιά που πρώτα φωτογραφίζει και μετά δαγκώνει.
Το ενδιαφέρον με τα mochi είναι πως η πρώτη επαφή μπορεί να σε ξαφνιάσει. Δεν έχουν την τραγανότητα ενός μπισκότου, ούτε την αφράτη άνεση ενός κέικ. Είναι κολλώδη, ελαστικά, σχεδόν παιχνιδιάρικα στο στόμα. Μετά τη δεύτερη μπουκιά, όμως, αρχίζεις να καταλαβαίνεις γιατί γύρω τους έχει στηθεί ολόκληρη μικρή λατρεία. Από τα usu του mochitsuki μέχρι το takeaway κουτάκι της Νίκης, τελικά η Ιαπωνία περνάει από το στομάχι.

