Είναι ένα από τα πιο δύσκολα reservations του Λονδίνου: όλοι οι κουλ τύποι θέλουν να έρθουν στο "Dorian" – και έρχονται. Τους βλέπεις στη σάλα και στο bar, τους βλέπεις απ’ έξω να καπνίζουν, να πηγαινοέρχονται στην πόρτα καθώς αλλάζουν τα seatings στα τραπέζια: σοφιστικέ Λονδρέζοι και ψαγμένοι επισκέπτες, με την άνεσή τους να αντανακλάται στα λευκά χαμόγελα και τα γυαλιστερά μπρασελέ, συναντιούνται εδώ, για να απολαύσουν την πληθωρική κουζίνα του Max Coen, που παντρεύει fine dining τεχνική και κορυφαίου επιπέδου πρώτη ύλη, με laid back ατμόσφαιρα και punk rock διάθεση σε haute couture περιβάλλον με ανοιχτές φλόγες, απρόσμενους συνδυασμούς και ανατρεπτική προσέγγιση της βρετανικής γεύσης.

Το τρομερό είναι πως, όλοι αυτοί που χρειάστηκε να περιμένουν εβδομάδες ή/και μήνες για να βρουν τραπέζι στο ιδανικό τους slot, μπορεί να κάθονται πλάι σε τακτικούς ή γείτονες, που απλά είπαν "δεν πεταγόμαστε στο "Dorian” να τσιμπήσουμε κάτι;". Και απλά μπήκαν. Φαίρνοντας μαζί τους αυτό το μιξ διαθέσεων, που δίνει στο χώρο την αίσθηση του ότι "όλα εδώ συμβαίνουν" - αυτή την αίσθηση που, όπως όλοι ξέρουμε, κάνει ένα μέρος να το νιώθεις πραγματικά σα στέκι. Όχι απαραίτητα δικό σου, αλλά στέκι.
Κομμάτι αυτής της ενέργειας οφείλεται στην ιδιότυπη, τριπλή προσέγγιση του "Dorian" στη διαχείριση κρατήσεων – κι αυτό είναι κάτι που αρκετά εστιατόρια της Αθήνας αξίζει τον κόπο να μελετήσουν. "Από την αρχή θέλαμε το "Dorian" να μην πάψει να είναι ένα μαγαζί της γειτονιάς του, ένα μέρος όπου, κάποιος που μένει δυο τετράγωνα πιο πέρα, μπορεί να κατηφορίσει προς τα εδώ και να έχει πολύ καλές πιθανότητες να βρει τραπέζι" μου λέει ο μετρ, εξηγώντας πώς έχουν φροντίσει ένα από τα πιο hot εστιατόρια της βρετανικής μητρόπολης να είναι πάντα προσβάσιμο στους κατοίκους της γειτονιάς, αφού τα γωνιακά τραπέζια της σάλας και τα stools της μπάρας μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα, είναι διαθέσιμα μόνο για last minute επισκέπτες.


"Επιπλέον, αν κάποιος πελάτης μας αρέσει – είναι ευγενικός με το προσωπικό, του αρέσει πολύ το φαγητό μας και γενικότερα κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με εμάς – φροντίζουμε να τον προσθέσουμε στην VIP λίστα μας στο WhatsApp, ώστε να μπορούμε να τον εξυπηρετούμε με προτεραιότητα". Fun fact: ανάμεσα στα ονόματα της λίστας βρίσκεται κι εκείνο της Victoria Beckham – η άλλοτε Posh Spice είναι τόσο ένθερμη fan του εστιατορίου, που έχει δώσει το όνομά του σε μια από τις τσάντες της φίρμας της.
Ένα άλλο κομμάτι του μαγνητικού του vibe, το "Dorian" το οφείλει στην ομάδα του: στον τρόπο που οι άνθρωποι μπροστά από τις ανοιχτές φλόγες και πάνω από τα τσαμπουκαλεμένα πιάτα, παίρνουν τη rock band εικόνα που έπλασε στο μυαλό μας ο Anthony Bourdain για τις μπριγάδες της κουζίνας και τη βγάζουν έξω στη σάλα – και τι ωραίο contrast είναι αυτό, έτσι που η σάλα είναι λουσμένη στο νεοϋορκέζικο λούσο, με διακοσμητική αύρα από τα ευρωπαϊκά 30s, με ξύλινες bistro καρέκλες, δερμάτινους καναπέδες, αφράτα λευκά τραπεζομάντιλα και μπρούτζινα φινιρίσματα στον λευκόγκριζο γρανίτη. Η εντυπωσιακή γυάλινη floor to ceiling κάβα και οι πατιναρισμένοι καθρέφτες συμπληρώνουν το σκηνικό, αν και μια που μιλάμε για καθρέφτες, κάντε μια βόλτα κι από το μπάνιο του "Dorian" - εκεί θα βρείτε έναν από τους πιο καλακευτικούς καθρέφτες που μπορείτε να πετύχετε σε εστιατόριο.


Αυτό το punk rock vibe της σάλας, θα το συναντήσετε και στα πιάτα, αφού σχεδόν όλα τους – ή τουλάχιστον όλα όσα δοκιμάσαμε εμείς, και δοκιμάσαμε αρκετά – σας προκαλούν να τα απολαύσετε με τα χέρια. Να αφήσετε τις σάλτσες και τα relishes να τρέξουν ολόγυρα, να βγάλετε τα χαβιάρια απ’ τα μπαμπάτσικα βουναλάκια τους για να φτιάξετε αυτοσχέδια caviar bumps στην ανάποδη της παλάμης σας, κι ύστερα να μαζέψετε με το δάχτυλο όσες σάλτσες έχουν απομείνει στο πιάτο, γιατί αξίζουν τη χειρονομία και με το παραπάνω.
Προσέξτε όμως: το σέρβις είναι φωτιά, τα πιάτα έρχονται το ένα πίσω από το άλλο, η κίνηση είναι συνεχής και σε παίρνει εύκολα μαζί της. Φροντίστε να μην παρασυρθείτε, γιατί τα πιάτα θέλουν το χρόνο τους να "γράψουν" στον ουρανίσκο – και με όλη αυτή τη δουλειά που έχουν πάνω τους, τον δικαιούνται!


Το χτένι, ας πούμε, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: έρχεται καθημερινά από τη Νορβηγία, μαγειρεύεται κονφί σε βούτυρο, κι ύστερα καψαλίζεται στη φωτιά, πριν βουτήξει σε μια σάλτσα πορτοκαλιού με βανίλια και ζωμό κοτόπουλου, για να φέρει όλη τη μαυλιστική πληθωρικότητα του "Dorian" συμπυκνωμένη σε μια μπουκιά. Το ίδιο ισχύει και με τα μοσχαρίσια γλυκάδια, που γίνονται fried chicken style κροκέτες, με λιχούδικο relish από ραβέντι και ranch sauce (αυτό κι αν είναι για να γλύφεις τα δάχτυλά σου), αλλά και με το παρφέ από συκωτάκια πουλερικών σε φρυγανισμένο ψωμί, πλουτισμένο με φουά γκρα, που του δίνει πλούσια βουτυρένια υφή.


Στον αντίποδα, βέβαια, άλλα πιάτα είναι πιο απλά και… "ταπεινά" - λόγου χάρη οι πατάτες rosti με το γενναιόδωρο βουναλάκι από χαβιάρι Ν25 για κορώνα τους (ένα εξαιρετικό χαβιάρι από την Κίνα, παρακαλώ), ή η καραβίδα, που ήρθε ψημένη στην εντέλεια στην ανοιχτή φωτιά, έτσι που να γεμίσει η λουκουμένια σάρκα της με αρώματα από το καψάλισμα της πανοπλίας της, και σκεπασμένη με chili butter και lime, να υπογραμμίζει την εκρηκτική ύλη που προκύπτει όταν συναντιούνται πολυτέλεια κι απλότητα.


Δυστυχώς, δεν θα μπορούσαμε να φύγουμε από το "Dorian" χωρίς να δοκιμάσουμε το Dorian Beef: ένα olive fed Wagyu, που εκτρέφεται κατ’ αποκλειστικότητα για το "Dorian" κάπου στις εξοχές του Yorkshire, και σερβίρεται με τρόπο τόσο πολυφωτογραφημένο (και πολυκοπιαρισμένο), που η φήμη του έχει πια ξεπεράσει κι αυτήν του εστιατορίου. Και λέμε δυστυχώς αφ’ ενός γιατί το κρέας, μολονότι ψημένο στην εντέλεια και εντυπωσιακά σερβιρισμένο σε βαθιάς νοστιμιάς demiglace μοσχαριού, ήταν νόστιμο μεν, ανεπεισοδιακό δε (αντίστοιχης λογικής steak, με νοστιμότερη ακόμη σάλτσα, έχουμε πια και στην Αθήνα απ’ όταν άνοιξε ο "Άσωτος"), αφ’ ετέρου γιατί δεν μας άφησε χώρο στην παραγγελία για να δοκιμάσουμε το καλκάνι, που είδαμε να σερβίρεται σε πλούσια σάλτσα pil pil με αγκινάρες - σκεφτείτε τη σαν τη βάσκικη εκδοχή του bianco, αλλά με ακόμη πιο έντονες τις ζελατίνες του ψαριού.

Χαλάλι του όμως, αφού κρατήσαμε έναν ακόμη σοβαρό λόγο να επιστρέψουμε στο "Dorian" (σα να μην είχαμε ήδη αρκετούς), και κλείσαμε με πλούσιο σε αρώματα και γεύση παγωτό φυστίκι, σκεπασμένο με – τι άλλο –μια ακόμη ανοιχτοχέρικη δόση από χαβιάρι στην κορφή του. Ζημιά…

