Δεν χρειάζεται τελικά όλα τα νέα μαγαζιά που ανοίγουν στην Αθήνα να είναι κάποια παραλλαγή της ταβέρνας ή του καφενέ: υπάρχει και το παλιό, καλό, τίμιο μπιστρό, που όταν εμφανίζεται με χαρακτήρα κι επαφή με την εποχή, έχει όσα χρειάζεται για να βρει το κοινό του. Μια τέτοια περίπτωση είναι το "Ράντικαλ", που άνοιξε στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου στην ανεβασμένη πιάτσα της Αγίας Ζώνης και γνωρίζει έκτοτε μεγάλες πιένες.

Απ’ τα ηχεία ακούγονται punk και rock ύμνοι και megahits και τα φώτα τρεμοπαίζουν, όμως η μουσική δεν έρχεται από βινύλια, ούτε το πάτωμα έχει μωσαϊκό, ούτε οι τοίχοι τσιμεντοκονία. Μια συλλογή από καδράκια λειτουργεί ως δήλωση προθέσεων, με ένα poster του David Bowie εδώ, τον Johnny Cash να χειρονομεί πιο πέρα, τον Bourdain να χαμογελά απέναντι, και μια φωτογραφία απ’ το σταθμό Βικτώρια να δίνει αίσθηση του τόπου, ενώ από πίσω τους στέκει σοβάς στρωμένος και βαμμένος με μπογιά φρέσκια, φωτεινή, καθόλου ξεφτισμένη. Πράγματα κανονικά, δηλαδή, κι αυτή η κανονικότητα είναι ίσως η πιο πανκ δήλωση που θα μπορούσε να κάνει ένα μαγαζί της κατηγορίας του, στη σημερινή εστιατορική σκηνή της Αθήνας -- ιδίως ένα μαγαζί που το λένε "Ράντικαλ", δηλαδή ριζοσπαστικό.

Έχει δε και κάτι άλλο το ριζοσπαστικό στη φαρέτρα του: χόρτα που δεν περνάνε απ’ τη σχάρα. Αντίθετα, στο "Ράντικαλ", τα χόρτα γίνονται τηγανητά κι έρχονται κριτσανιστά κι ανάλαφρα (σκεφτείτε τα σαν τα φύλλα kale που συναντούσαμε τακτικά ως crispy παλιότερα) στο πλάι μιας γοητευτικής κρέμας από σελινόριζα, σκεπασμένα από λιχούδικα, τραγανά και ζουμερά deep fried μανιτάρια enoki. Σύνθεση φινετσάτη και τσαμπουκαλίδικη μαζί, έχει για ραχοκοκαλιά της τον χαρακτήρα που δίνει στην κρέμα το πάντρεμα με σκόρδο και λάδι πράσου, κι αν έπρεπε να μαντέψουμε, είναι το πιάτο που βρίσκεται πιο κοντά στην καρδιά του – vegetarian, όπως μας ενημέρωσε το control – σεφ και συνιδιοκτήτη Χρήστου Τσακίρη.
> Δείτε τι άλλο δοκιμάσαμε και πώς μας φάνηκε στην πλήρη μας κριτική.

