Διεύθυνση:
Tηλ:
Τιμές:
€25 - €30
Δεν χρειάζεται τελικά όλα τα νέα μαγαζιά που ανοίγουν στην Αθήνα να είναι κάποια παραλλαγή της ταβέρνας ή του καφενέ: υπάρχει και το παλιό, καλό, τίμιο μπιστρό, που όταν εμφανίζεται με χαρακτήρα κι επαφή με την εποχή, έχει όσα χρειάζεται για να βρει το κοινό του. Μια τέτοια περίπτωση είναι το "Ράντικαλ", που άνοιξε στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου στην ανεβασμένη πιάτσα της Αγίας Ζώνης και γνωρίζει έκτοτε μεγάλες πιένες, αφού στα τραπέζια του δίνουν ραντεβού όχι μόνο το εναλλακτικό core audience της Κυψέλης, αλλά και το μικτό θεατρόφιλο κοινό που συγκεντρώνει η περιοχή, παρέα με καλοβαλμένους millennials που, μαζί με την κουλ ατμόσφαιρα, απολαμβάνουν και τη γεμάτη χαρακτήρα ηχητική μπάντα – ιδανικό ορεκτικό για το ζωηρό vibe του χώρου.

Απ’ τα ηχεία ακούγονται punk και rock ύμνοι και megahits (σκεφτείτε τους Ramones να ανοίγουν για τους The Cure, τους Pixies να ακολουθούν τους Radiohead, με Placebo, The Killers και ολίγη από Metallica να παίζουν επίσης δυνατά στο lineup) και τα φώτα τρεμοπαίζουν, όμως η μουσική δεν έρχεται από βινύλια, ούτε το πάτωμα έχει μωσαϊκό, ούτε οι τοίχοι τσιμεντοκονία. Μια συλλογή από καδράκια λειτουργεί ως δήλωση προθέσεων, με ένα poster του David Bowie εδώ, τον Johnny Cash να χειρονομεί πιο πέρα, τον Bourdain να χαμογελά απέναντι, και μια φωτογραφία απ’ το σταθμό Βικτώρια να δίνει αίσθηση του τόπου, ενώ από πίσω τους στέκει σοβάς στρωμένος και βαμμένος με μπογιά φρέσκια, φωτεινή, καθόλου ξεφτισμένη. Πράγματα κανονικά, δηλαδή, κι αυτή η κανονικότητα είναι ίσως η πιο πανκ δήλωση που θα μπορούσε να κάνει ένα μαγαζί της κατηγορίας του, στη σημερινή εστιατορική σκηνή της Αθήνας -- ιδίως ένα μαγαζί που το λένε "Ράντικαλ", δηλαδή ριζοσπαστικό.

Έχει δε και κάτι άλλο το ριζοσπαστικό στη φαρέτρα του: χόρτα που δεν περνάνε απ’ τη σχάρα. Αντίθετα, στο "Ράντικαλ", τα χόρτα γίνονται τηγανητά κι έρχονται κριτσανιστά κι ανάλαφρα (σκεφτείτε τα σαν τα φύλλα kale που συναντούσαμε τακτικά ως crispy παλιότερα) στο πλάι μιας γοητευτικής κρέμας από σελινόριζα, σκεπασμένα από λιχούδικα, τραγανά και ζουμερά μανιτάρια enoki σε tempura. Σύνθεση φινετσάτη και τσαμπουκαλίδικη μαζί, έχει για ραχοκοκαλιά της τον χαρακτήρα που δίνει στην κρέμα το πάντρεμα με σκόρδο και λάδι πράσου, κι αν έπρεπε να μαντέψουμε, είναι το πιάτο που βρίσκεται πιο κοντά στην καρδιά του – vegetarian, όπως μας ενημέρωσε το control – σεφ και συνιδιοκτήτη Χρήστου Τσακίρη.

Αυτό, παρέα με ένα ακόμη, θα έπρεπε να είναι και οι κεντρικοί οδηγοί της κουζίνας για το σύνολο του μικρού κι ευέλικτου μενού του "Ράντικαλ" (μόλις 11 πιάτα μετράει, μαζί με τα δύο επιδόρπια): ο λόγος για τον φιδέ με πράσινο κάρι, καρύδα, χαλούμι και κολοκυθάκι, ένα παιχνιδιάρικο, έξυπνο, ίσως κι ολίγον φασαίικο μεσογειακό pho, που έχει για βάση του τις εναλλαγές κάψας και δροσιάς του κάρι με τα κηπευτικά. Η σύνθεση θα γινόταν συναρπαστικότερη αν η κουζίνα τολμούσε να την πλουτίσει με πιο έντονα βοτανικά αρώματα, αψάδες και φρεσκάδες, όμως, όπως και η σελινόριζα, είναι ένα πιάτο με προσωπικότητα, αλλά και επιμέλεια σε υφές και ισορροπίες – στοιχεία που έλειπαν, δυστυχώς, από τα υπόλοιπα που δοκιμάσαμε τη βραδιά της επίσκεψής μας.

Η σαλάτα από φακές beluga, για παράδειγμα, με την οποία ανοίξαμε τη βραδιά μας, είχε ωραίες δροσιές από τη βινεγκρέτ εσπεριδοειδών και το τσίλι της έδινε ευχάριστο kick. Θα ήταν πιο ροκ, όμως, αν στις γεύσεις της είχε και την καπνιστή πέστροφα που υπόσχεται το μενού – να τη γεύεσαι, εννοούμε, κι όχι μόνο να την υποψιάζεσαι, έτσι όπως γίνεται κρέμα ανάμεσα στα όσπρια με το τόσο-όσο al dente δάγκωμα.

Το κατσικάκι με χόρτα κι αυγολέμονο, το πρώτο από τα τρία "κυρίως" του μενού, πάσχει από την ίδια έλλειψη συνοχής, βάθους, ευκρίνειας κι αυθεντικότητας, την έλλειψη μελώματος δηλαδή, που πάσχουν όλα τα κλασικά της ελληνικής παράδοσης, όταν από πιάτα σύβρασης γίνονται πιάτα συναρμολόγησης. Επιπλέον δεινό για την εκδοχή του "Ράντικαλ", όπως τη δοκιμάσαμε στην επίσκεψή μας, η πολύ ανεβασμένη οξύτητα, όχι όμως στο αφράτο αυγολέμονο, αλλά παραδόξως στα έξτρα λεμονάτα (και ολίγον πλαδαρά στο δάγκωμα) τσιγαριαστά χόρτα.

Το αυτό συμβαίνει και με το κριθαράκι του, που έρχεται με μπρεζαριστό μοσχαράκι: αντί να μαγειρευτεί με το κρέας για να πάρει γοητεία απ’ τα λιπάκια του, ετοιμάζεται ξέχωρα και ψάχνει νοστιμιά σε μια αρκετά αλμυρή και λεμονάτη σάλτσα "σαγανάκι", που μειώνει το comfort αποτύπωμα του πιάτου. Έξτρα αστοχία στη δική μας βραδιά, το στεγνούτσικο δάγκωμα στο όχι ιδιαίτερα συναρπαστικό μοσχαράκι – το οποίο, μάλιστα, δεν μπορείς να αποφύγεις, έτσι όπως έρχεται μαδημένο και διάσπαρτο στο πιάτο…

Δημοφιλής επιλογή για φινάλε εδώ είναι, εύλογα, το σοκολατένιο fudge με ρούμι, μπαχαρικά και λογιών λογιών σοκολατένιες παρασκευές, εμείς όμως θα σας προτείναμε να τιμήσετε τα χειροποίητα κουρκουμπίνια, που παρέα με κρέμα ανθότυρου αρωματισμένη με μοσχολέμονο και λάδι βασιλικού, δίνουν ένα τσαχπίνικο, δροσερό κι ανάλαφρο κλείσιμο στη βραδιά.
Η επίσκεψη του κριτικού έγινε στις 27/03.
ΡΑΝΤΙΚΑΛ, Αγίας Ζώνης 31, Κυψέλη, 2108672125. Ωράριο λειτουργίας: Δευ - Παρ: 4μμ – 12πμ., Σαβ: 2μμ – 12πμ, Κυρ: 1μμ – 8μμ. Τιμή: €30 – 40 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.
