Τον περασμένο Μάιο επισκέφθηκα -στο πλαίσιο της δουλειάς (μας) πάντοτε- όλα τα σπουδαία εστιατόρια της Σαντορίνης (με αστέρια ή χωρίς), μεταξύ αυτών και το Lycabettus.
Το βραβευμένο με Χρυσό Σκούφο και δύο αστέρια Michelin ρεστοράν του Andronis Luxury Suites -το μοναδικό πια διάστερο στην χώρα- είναι από εκείνα τα μέρη που βάζουν γκολ από τα αποδυτήρια αλλά σε καμία περίπτωση δεν περιορίζονται εκεί.


Βλέπεις, η εξόχος προνομιακή βεράντα του, με το περίφημο μπαλκόνι που αιωρείται κυριολεκτικά στην καλντέρα, προσφέρει μια από τις πιο καθηλωτικές θέες του νησιού καθώς και μια αιγαιοπελαγίτικα σικ αίσθηση σιωπηλής πολυτέλειας. Κάτι που λίγα, πολύ λίγα, μέρη πετυχαίνουν σε τέτοιο βαθμό και, κυρίως, με τέτοια αμεσότητα.
Σε αυτήν την ατμόσφαιρα κοσμοπολίτικης φινέτσας που όμως δεν γαρνίρεται -ευτυχώς- με υπερβολή, ο σεφ Χρήστος Καραγιάννης και η ομάδα του υπογράφουν ένα μενού υψηλής γαστρονομίας που πλέκει γαλλική τεχνική, δημιουργικότητα και βαθιά γευστική ισορροπία.


Θυμάμαι ακόμη το εκπληκτικό ξεκίνημα με τα amuse bouche του -την τάρτα με βάση το γιαούρτι και μια σφαίρα γκασπάτσο, το κράκερ με μους ταραμά και χαβιάρι και το μπολάκι με τον καπνιστό κρόκο αυγού σε μορφή τζελ, με καψαλισμένο μπέικον, αφρό και άχυρο πατάτας, συν πούδρα από θυμάρι και πάπρικα- σε μια σεκάνς από μπουκίτσες, κάθε μία από τις οποίες αφηγούνταν τη δική της, ιδιαίτερη ιστορία, ούσα άψογη τεχνικά.

Στη συνέχεια, κάθε πιάτο έδινε με ακρίβεια και σύγχρονη ματιά τη φιλοσοφία της κουζίνας. Τέτοια ακριβώς ήταν η βελουτέ σούπα ντομάτας (με μια βάση από μαρμελάδα ντομάτας, σορμπέ ντομάτας, τάρτα με σκόρδοκονφί και κρεμμύδι, στρώση από κονφί ντοματίνια, συν κρέμα μπουράτας), το ταρτάρ από γαρίδα Κοιλάδας, με γαλάκτωμα από στρείδια, πέταλα γογγύλι με τζελ λεμόνι και χαβιάρι και η ουρά αστακού στο μπάρμπεκιου, με σάλτσα και πουρέ καρότου, τζελ λεμόνι, ριζότο με σομπρασάδα, δαγκάνα αστακού, μπισκ και αφρό σαφράν.



Εξίσου εντυπωσιακά το στήθος κοτόπουλου με σάλτσα τρούφας, μορχέλα γεμιστή με μους κοτόπουλου και πουρέ μαϊντανού με σκόρδο (σε μια συνθήκη που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ένα κοτόπουλο μπορεί τελικά να αγγίξει τέτοια γαστρονομικά επίπεδα) αλλά και το wagyu με πουρέ μπαμπαγκανούς, τραγανή πατάτα, τζελ από καπνιστό ξύδι και ταρτάρ με ρόστι πατάτας, χαβιάρι και κρεμ φρες.



Λίγο πιο ψηλά από όλα τα προαναφερθέντα πιάτα, τα highlights του μενού: Το φουά γκρα με πέπλο από λευκό ροδάκινο σε τζελ, με καπνιστό χέλι, πεκάν και σορμπέ -μια ιδέα γευστικής αφήγησης που δομείται στην αντίθεση μεταξύ λιπαρότητας, φρουτώδους οξύτητας, καπνιστής έντασης και δροσιάς, σε ένα παιχνίδι θερμοκρασιών, υφών και γευστικών αντιθέσεων, με πληθωρικότητα όσο και φινέτσα- και ο μπακαλιάρος με στρείδι ποσέ, μαρμελάδα από εσπεριδοειδή, χαβιάρι, αφρό από λευκό κρασί και μπερ μπλαν με yuzu, που καταφθάνει στο τραπέζι σαν μια εξόχως εκλεπτυσμένη θαλασσινή σύνθεση με ιωδιούχες εκρήξεις γεύσης όσο και κομψότητας. Top class προτάσεις, τόσο, που ακόμη κι αν κανείς δοκίμαζε μόνο αυτές τις δύο, θα καταλάβαινε τα πάντα για το τι συμβαίνει εδώ.
Η άψογη εξυπηρέτηση και μια παγκοσμίου κλάσης οινική λίστα (ειδική μνεία στη head sommelier Αμάντα Κοντινού) ολοκληρώνουν μία από τις πιο σπάνιες εστιατορικές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει κανείς στην Ελλάδα. Και με τις ευλογίες πια, του περίφημου κόκκινου οδηγού.

Αντί επιλόγου, μια καθαρά προσωπική τοποθέτηση σχετικά με τις βραβεύσεις της Σαντορίνης: Θεωρώ τα 5 αστέρια σε 4 εστιατόρια της περιβόητης Κυκλάδας πολύ (έως πάρα πολύ) λίγα. Δεν ξέρω τι είδαν ή τι είχαν στο μυαλό τους -γιατί στο πιάτο τους, μάλλον γνωρίζω- οι inspectors αλλά οριακά σοκαρίστηκα από την απουσία του εξαιρετικού Elements από κάθε βαθμίδα του Michelin Guide, για παράδειγμα, και ακόμη περισσότερο από το γεγονός πως δεν υπήρξε ούτε ένα Bib Gourmand ή ακόμη και επιλογές στο Main Selection.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


