© Χριστίνα Τσαμουρά
Τι χάνει μια πόλη όταν κλείνει ένα καφενείο που λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1915; Στην περίπτωση της "Μουριάς", στη συμβολή της Καλλιδρομίου με τη Χαριλάου Τρικούπη, στα Εξάρχεια, η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη από την απώλεια "ενός ακόμη σημείου όπου μπορούσες να πιεις οικονομικό καφέ". Στη μαύρη τρύπα της τουριστικοποίησης του κέντρου καταπίνεται ένα ολόκληρο μικροσύμπαν ανθρώπινων ιστοριών, αισθητικής one of a kind και ενός στιλ που είναι αδύνατον να αγοραστεί από κάποιο γραφείο interior design. Ένας χώρος που κρατούσε το νήμα του χρόνου της "αγίας καθημερινότητας" των Εξαρχείων, διαμορφώθηκε κομμάτι κομμάτι μέσα στις δεκαετίες από τα δώρα και τα χέρια των θαμώνων του -μεταξύ των οποίων πολλοί καλλιτέχνες- και δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει ως τέτοιος, ακόμη κι αν το καφενείο βρει στέγη κάπου αλλού.
Το στόρι της "Μουριάς" δεν ξαναγράφεται
Η ιστορία του καφενέ αρχίζει το 1915. Μια παράγκα με την αυλή της και μια βαθύσκιωτη μουριά, που της έδωσε το όνομά της, υποδεχόταν την προπολεμική Αθήνα για καφεδάκι στο μπρίκι. Η πρώτη άδεια λειτουργίας κρέμεται ακόμη κορνιζαρισμένη σε κάποιον τοίχο. Το 1962 χτίστηκε η πολυκατοικία που στέγασε και στεγάζει μέχρι σήμερα το ισόγειο καφενείο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το τιμόνι της "Μουριάς" περνά στα χέρια του Χρήστου Βάνα, που κατεβαίνει στην πόλη από τα Τζουμέρκα για μια καλύτερη ζωή και κρατά το μαγαζί ως τις μέρες μας, μαζί με την κόρη του, Αρετή. Ο κύριος Χρήστος είναι ο έβδομος ιδιοκτήτης-καφετζής στην ιστορία του.
Μέσα στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες, στα τραπεζάκια της "Μουριάς" -τα μαρμάρινα, μάλιστα, ανήκαν στο περίφημο "Παλιακό", το πάλαι ποτέ μπαρ του Γιάννη Φελέκη στην Τοσίτσα- διασταυρώθηκαν και συνέχισαν να ανταμώνουν μέχρι σήμερα διαφορετικές γενιές κατοίκων, όλες οι "φυλές" των Εξαρχειωτών και αμέτρητοι φίλοι, νεαρόκοσμος και όχι μόνο, της κάποτε πιο εναλλακτικής και πολιτικοποιημένης αθηναϊκής γειτονιάς.

Στο "ντεκόρ" της θα βρεις από τον "Παπαδιαμάντη" του Γιάννη Καλαϊτζή και σκίτσα του Στάθη μέχρι προσωπογραφίες θαμώνων, όπως ο Μήτσος Παπαχρήστου, αλλά και τον αποκαθηλωμένο πλέον "Ίκαρο", την άτυπη μασκότ της "Μουριάς" από λαμαρίνα, δώρο ενός θαμώνα με αγάπη για τη γλυπτική.
Ένας "αστικός θεσμός" μετά τη Λαϊκή της Καλλιδρομίου
Στον αντίποδα των new age spots για φευγαλέους επισκέπτες, η "Μουριά" κρατούσε ατόφια την ουσία του αστικού, λαϊκού καφενέ: ενός χώρου καθημερινής κοινωνικοποίησης και ουσιαστικής συναναστροφής, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν με το μικρό τους όνομα.
Καθώς βρισκόταν στις παρυφές της περίφημης Λαϊκής της Καλλιδρομίου, το γωνιακό καφενείο με τη χαρακτηριστική πράσινη τζαμαρία, το παλιό μωσαϊκό, τη σιδερένια στριφογυριστή σκάλα και τα δεκάδες κάδρα, που ανέβαιναν μέχρι το ταβάνι, ζούσε τα Σάββατα τις πιο μεγάλες του στιγμές. Τότε που ο κόσμος συνέρρεε μαζικά, προσπαθώντας να βολέψει τις σακούλες με τη μαναβική του, καθώς μια στάση για ένα τσίπουρο με το πιο-basic-δεν-γίνεται μεζεδάκι είχε γίνει "αστικός θεσμός".
Αυτό το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου, θα είναι το τελευταίο που η "Μουριά" θα υποδεχτεί τους ανθρώπους της, για να την αποχαιρετήσουν με ένα ύστατο γλέντι. Μια βραδιά για όσους πέρασαν από τα τραπέζια της, για όσους τη θεωρούσαν "δεύτερο σπίτι" τους, όπως ο συγγραφέας και θεατράνθρωπος Ανδρέας Στάικος, αλλά και για όσους αντιλαμβάνονται ότι η απώλεια ενός τέτοιου χώρου δεν αφορά μόνο τους θαμώνες του.

© Χριστίνα Τσαμουρά

Ποιος αποφασίζει τι αξίζει να διατηρηθεί;
Η υπόθεση της "Μουριάς" δεν είναι απλώς μια ακόμη ιστορία για ένα μαγαζί που δεν κατάφερε να συνεχίσει τη λειτουργία του. Είναι μια αφορμή να αναρωτηθούμε ποια στοιχεία της αστικής ζωής θεωρούμε άξια προστασίας και ποια αφήνουμε να εξαφανιστούν, καθώς η Αθήνα αλλάζει χρήσεις και πρόσωπο. Η πόλη έχει πολλούς καλούς λόγους να υποδέχεται νέα καφέ, σύγχρονα roasteries, wine bars, εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας και κάθε νέα πρόταση που ανανεώνει τη γαστρονομική και επιχειρηματική της ζωή. Το πρόβλημα δεν είναι η εμφάνιση νέων χώρων, αλλά η σταδιακή συρρίκνωση της ποικιλίας τους, η απώλεια της αστικής μνήμης και η μονοδιάστατη απεύθυνσή τους σε ένα περαστικό κοινό μιας συγκεκριμένης οικονομικής τάξης και αισθητικής.


Μπορεί η Αθήνα να προστατεύσει τα στέκια της;
Η προστασία τέτοιων χώρων προφανώς δεν σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να παραμένουν αμετάβλητες εσαεί ή ότι οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν έχουν λόγο και δικαιώματα στις περιουσίες τους. Σημαίνει, όμως, ότι η πολιτεία, μελετώντας και τι συμβαίνει αντίστοιχα στο εξωτερικό, πρέπει να εξετάσει σοβαρά με ποια εργαλεία και τρόπους μπορεί να προστατεύσει τα πολύτιμα κομμάτια του ιστορικού παζλ της Αθήνας πριν οι καταστάσεις φτάνουν στο αμήν.
Η "Μουριά" προφανώς δεν είναι το πρώτο στέκι που χάνει η πόλη -δυστυχώς, δεν φαίνεται να είναι ούτε το τελευταίο. Το κλείσιμό της, όμως, αφήνει ένα ερώτημα ορθάνοιχτο και πολύ γενικότερο από τη μοίρα της ίδιας: τι είδους πόλη θέλουμε να διατηρήσουμε και για ποιον; Μια πόλη που επενδύει μόνο στη σύγχρονη εικόνα της, στα ξενοδοχεία, στους πολυχώρους, στις λαμπερές στοές, στα μπραντσάδικα και στα μισελενάτα εστιατόριά της, χάνοντας σταδιακά μέσα από τα χέρια της ό,τι της έδωσε ταυτότητα και χαρακτήρα; Ή μια πόλη ανοιχτή και στους κατοίκους της, που μπορεί να εξελίσσεται χωρίς να διαγράφει όσα τη διαμόρφωσαν και όσους εξακολουθούν να ζουν μόνιμα σε αυτήν;
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


