Περπατώντας στην Κυπριάδου, κάπου ανάμεσα στα Άνω Πατήσια και το Γαλάτσι, αναρωτήθηκα πώς γίνεται να γνωρίζω τόσο λίγο μια από τις πιο αρχοντικές γειτονιές της Αθήνας. Φαρδιοί δρόμοι, παλιές επιβλητικές μονοκατοικίες με κήπους, δέντρα που δεν ασφυκτιούν μέσα στο τσιμέντο και μια ιδιάζουσα υψομετρική διαφορά παλαιών και νεότερων κτιρίων, μια παλιά αστική γειτονιά που μοιάζει να ξεγλιστράει (οριακά) από το αφόρητο gentrification του κέντρου.Αν δεν ήξερα πού βρίσκομαι, θα ορκιζόμουν ότι είχα καταλήξει σε κάποιο παλιό προάστιο. Κι όμως, ήμουν ακόμη στον Δήμο Αθηναίων, αναζητώντας το ολοκαίνουργιο Αντάμα, ένα ελληνικό εστιατόριο που μου έδωσε την αφορμή να ανακαλύψω αυτή την τόσο ιδιαίτερη συνοικία, στα πρότυπα των κηπουπόλεων της Ευρώπης.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να συναντήσω εδώ μια τέτοια άφιξη. Η γαστρονομική γεωγραφία της περιοχής εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά σε παλιές ταβέρνες με κοψίδια –που προσωπικά δεν έχω κανέναν λόγο να υποτιμήσω– και καφέ για take away.
Όχι ακριβώς το σκηνικό όπου περιμένεις να ξεφυτρώσει ένα σύγχρονο ελληνικό εστιατόριο με δημιουργικές ανησυχίες. Από την άλλη, σκέφτηκα, ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: ότι δεν χρειάζεται κάθε καινούργιο, αξιόλογο μαγαζί να ανοίγει στο Παγκράτι, στην Κυψέλη ή σε κάποια άλλη ήδη πολυσυζητημένη γαστρονομική πιάτσα.

Το Αντάμα, βέβαια, δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Στη θέση του λειτουργούσε για περίπου τρεις δεκαετίες μια ταβέρνα, από εκείνες που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μιας γειτονιάς. Πριν από μόλις δύο εβδομάδες, ωστόσο, ο χώρος πέρασε σε νέα χέρια και μαζί του άλλαξαν η αισθητική, η κουζίνα και η φιλοσοφία του. Όχι όμως και η πρόθεση να παραμείνει ένα μαγαζί της γειτονιάς.
Αυτό, τουλάχιστον, είναι το πρώτο πράγμα που μου ξεκαθαρίζει η ομάδα του Αντάμα: θέλουν να δημιουργήσουν ένα εστιατόριο στο οποίο οι κάτοικοι θα επιστρέφουν συχνά, χωρίς να χρειάζονται κάποια ιδιαίτερη αφορμή ή περίσταση.

Μπαίνοντας στη σάλα, διαπιστώνω ότι η ίδια λογική έχει περάσει και στον σχεδιασμό του χώρου. Μίνιμαλ, αλλά όχι ψυχρός, σύγχρονος, αλλά χωρίς εκείνη την επιτηδευμένη ανεπισημότητα που συναντάμε τελευταία σε αρκετά νέα εστιατόρια της πόλης. Το ξύλο πρωταγωνιστεί, το εμφανές τουβλάκι προσθέτει τσαχπινιά, το μωσαϊκό διατηρεί κάτι από την αισθητική των παλιών αθηναϊκών μαγαζιών, ενώ οι ξύλινες καρέκλες και οι λιτές γραμμές δημιουργούν ένα περιβάλλον φιλόξενο και προσεγμένο.
Στο βάθος, η ανοιχτή κουζίνα με τις γυαλιστερές ανοξείδωτες επιφάνειες δίνει μια πιο σύγχρονη νότα και αφήνει τη μαγειρική διαδικασία να γίνει μέρος της εμπειρίας. αναδίνει αύρα σύγχρονης μητρόπολης χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τον cosy χαρακτήρα του.

Επιτέλους ένα όμορφο ελληνικό εστιατόριο που αναδίνει αύρα σύγχρονης πόλης χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τον cosy χαρακτήρα του, ώστε να μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου να επιστρέφει ένα τυχαίο βράδυ καθημερινής, αλλά και αρκετά προσεγμένο ώστε να το επιλέξεις για μια πιο ιδιαίτερη έξοδο. Και αν απροσποίητη οικεία αύρα δίνει το πρώτο στίγμα, ο κατάλογος έρχεται να επιβεβαιώσει την κατεύθυνση.

Προσγειωμένος αλλά εξαιρετικά καταρτισμένος ο σεφ Πάρης Γαϊτανάρος έχει επιλέξει να κινηθεί σε γνώριμα ελληνικά γευστικά μονοπάτια, αναζητώντας όμως εκείνες τις μικρές δημιουργικές παρεμβάσεις που μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Το μενού είναι σφιχτό, χωρίς περιττές επιλογές, και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρώτη ύλη. Κρέατα από τη Νάξο, τυριά από την Κεφαλονιά και προϊόντα από μικρούς παραγωγούς συνθέτουν τη βάση μιας σύγχρονης ελληνικής κουζίνας στα καλύτερά της, με δημιουργικές αναφορές στην επτανησιακή γαστρονομική κληρονομιά και μια ιδιαίτερη αδυναμία στις βαθιά νόστιμες, comfort γεύσεις.

Εξαιρετική η τυροκαυτερή με φέτα Κεφαλονιάς και πιπεριά τσούσκα, με πληθωρική υφή και ευχάριστα πικάντικη ένταση, ενώ τα φασολάκια τσαούλια στη θράκα, με ξινομυζήθρα και γλυκό σκόρδο, μαρτυρούν την ευρηματικότητα της κάρτας. Πιάτο αναφοράς το λάχανο με στάκα, γραβιέρα και κάπαρη, με έναν εξαίσιο, συμπυκνωμένο ζωμό που απογειώνει το σύνολο.

Με αυτοπεποίθηση κινείται ένα από τα πιο νόστιμα πιάτα του μενού, η ανάλαφρη εκδοχή της κεφαλονίτικης κρεατόπιτας με χειροποίητο φύλλο, τραχανά, φέτα και μαντζουράνα, ενώ οι λαχανοντολμάδες με ένα και μοναχικό φύλλο λάχανου δεν θυμίζουν ακριβώς το παραδοσιακό μαγειρευτό ωστόσο δεν απογοητεύουν με το πλούσιο "κρεατένιο" δάγκωμα τους. Απλά είναι μια πιο "ζόρικη" εκδοχή από αυτό που περιμένεις με το φίνο αυγολέμονο.

Έχει ενώσει με τα δεσμά της φαντασίας την τοπικότητα και την σωστή τεχσνική στη σαλάτα με μαυρομάτικα φασόλια, μύδια, τουρσί και ζωηρή βινεγκρέτ κινείται με άνεση ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα. Στα μεγαλύτερα πιάτα, ή για την ακρίβεια… στα large πιάτα ο μπαχαράτος αρνίσιος σβέρκος με τραχανά, καπνιστό τυρί και αρωματικά μπαχαρικά επενδύει στη θαλπωρή της παραδοσιακής μαγειρικής. Κομβικό κομμάτι της ταυτότητας του και ο κόκορας παστιτσάδα με χυλοπίτες, πλούσια σάλτσα ντομάτας και μυζήθρα Κεφαλονιάς, μια πληθωρική, εξαιρετικά νόστιμη πρόταση.

Το ζεστό γαλακτομπούρεκο με παγωτό βανίλια, που πλημμυρίζει τη σάλα με τα βουτυράτα αρώματά του, υπογράφει ένα απολαυστικό φινάλε σε μια γευστική φιλοσοφία που ταιριάζει απόλυτα με το όνομα του εστιατορίου, αλλά και με εκείνη την παλιά, καλή συνήθεια του ελληνικού τραπεζιού, όπου κανείς δεν περιορίζεται αυστηρά στο πιάτο του.

Info
Πλ. Παπαδιαμάντη 1, Άνω Πατήσια, 2102029237, IG: @antama.ath
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.

