Με αύρα μητροπολιτική και κουζίνα που αποφεύγει τα προφανή, το "Kinjo" στα Βριλήσσια δεν είναι άλλο ένα ιαπωνικό της σειράς. Πίσω από τη διακριτικά speakeasy είσοδό του και την κομψή, ζεστή σάλα, κρύβεται μια πρόταση με σαφή προσωπικότητα, που απομακρύνεται συνειδητά από τον "δυτικό" ιαπωνισμό και επενδύει σε μια πιο ουσιαστική, βιωματική ανάγνωση της ιαπωνικής κουζίνας.

Ο σεφ – ιδιοκτήτης Νίκος Πολιτάκος αφήνει πίσω του τα trends (ramen, baos, τεμπούρες) και χτίζει ένα μενού σύνθετο, με έμφαση στις ζυμώσεις, την πρώτη ύλη και την προσωπική έκφραση. Εδώ θα βρείτε, για παράδειγμα ντελικατέτσες όπως το συκώτι πεσκανδρίτσας – ένας σπάνιος, μερακλίδικος μεζές, που σερβίρεται με myoga (κάπως σαν υβρίδιο ginger και εσαλότ) –, cult φαβορί όπως το chawanmushi (σκεφτείτε το σα flan αυγού) με shitake και χτένι που δύσκολα θα πετύχετε αλλού, αλλά και χαρντκορίλες, όπως το ελαφρώς μαριναρισμένο, σχεδόν ωμό καλαμάρι, που ο σεφ μας σέρβιρε με τη γλίτσα του και βινεγκρέτ από nori: ένα love it or hate it πιάτο γοητευτικού μπρουταλισμού, που θα σας κάνει να νιώσετε σαν τον ήρωα του "Oldboy" στη σκηνή με το χταπόδι, αν τολμήσετε να το δοκιμάσετε.

Εκεί όπου το "Kinjo" πραγματικά ξεχωρίζει, όμως, είναι στα nigiri του: σχεδόν εξολοκλήρου βασισμένα σε ελληνικά ψάρια ημέρας, αποδίδονται με ακρίβεια, ένταση και καθαρότητα που τα φέρνει σε ευθεία αντιπαράθεση με κορυφαία sushi spots της πόλης. Από τη δράκαινα με κουμκουάτ μέχρι την κοιλιά τόνου που καψαλίζεται στο κάρβουνο και τη φλογισμένη καραβίδα, πρόκειται για μπουκιές που ισορροπούν ανάμεσα στη λεπτότητα και τη γευστική γενναιοδωρία, αποτυπώνοντας με τον πιο πειστικό τρόπο τη φιλοσοφία της κουζίνας.
> Δείτε τι άλλο δοκιμάσαμε και πώς μας φάνηκε στην πλήρη κριτική.
