Ένας παλιός ταξιδιωτικός κανόνας λέει πως, αν θέλεις να φας καλά και τίμια σε έναν άγνωστο τόπο, ψάξε πού τρώνε οι ντόπιοι – ακόμη καλύτερα, πού τρώνε οι ντόπιοι εργάτες. Στην περίπτωση του "Polpo", στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, οι πρώτοι θαμώνες ήταν ακριβώς αυτοί: οι άνθρωποι που δουλεύουν ολονυχτίς στην Κεντρική Αγορά και, από τις 11 το πρωί, περνούσαν απέναντι για ψαρόσουπα, μαγειρευτά και τηγανητά μικρόψαρα.

Βέβαια που ο άνθρωπος πίσω από το "Polpo" δεν ήταν ένας ακόμη ταβερνιάρης της γειτονιάς. Ο Νίκος Κατσικάκης μετρά δύο δεκαετίες στην τροφοδοσία κορυφαίων εστιατορίων με ψάρια και θαλασσινά, ενώ η προηγούμενη θητεία του στα τιμόνια μεγάλων γιοτ και καταμαράν έφερε από νωρίς στα τραπέζια του πλοιοκτήτες και ανθρώπους της ναυτιλίας. Προσθέστε αργότερα και τους υποψιασμένους ψαροφάγους των Νοτίων και προκύπτει ένα από τα πιο ασυνήθιστα ετερόκλητα πελατολόγια της πόλης.

Αυτό το παράξενο κοινωνικό mix ταιριάζει γάντι και στο ίδιο το "Polpo": μινιόν και κρυμμένο πίσω από φυλλωσιές, με τη γρετζάδα αστικού μαγέρικου στη σάλα του, αλλά και κάτι ανάμεσα σε αυτοσχέδιο γλέντι πλατείας και κοσμική έξοδο σε εξοχικό κέντρο, όταν τα τραπέζια ξεχύνονται στο πεζοδρόμιο. Το μεγάλο ατού, βέβαια, βρίσκεται πάνω στα τραπέζια. Κόκκινες γαρίδες, καραβίδες, κολοχτύπες, αστακοί, γαρίδες Αμβρακικού και ψάρια πρώτης διαλογής φτάνουν εδώ από το δίκτυο συνεργαζόμενων καϊκιών του Κατσικάκη, σε τιμές συχνά εντυπωσιακά φιλικές για την ποιότητά τους.

Και η κουζίνα ξέρει τι να τα κάνει – κυρίως όταν δεν προσπαθεί να τους κάνει πολλά. Ένα βουτυρένιο σκαθάρι crudo, κόκκινες γαρίδες που παίρνουν ίσα μια ανάσα καψαλίσματος από τη σχάρα, τραγανά κουτσομουράκια και μια μεγαλοπρεπής γλώσσα ενάμιση κιλού δείχνουν πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το "Polpo" με πρώτη ύλη, φωτιά και σωστό χέρι. Όταν όμως η κουζίνα αποφασίζει να περιπλέξει τα πράγματα, τότε αρχίζουν οι τρικλοποδίες…
Δείτε τι δοκιμάσαμε και πώς μας φάνηκε, στην πλήρη μας κριτική.
