© Λεωνίδας Τούμπανος
Υπάρχει ένας βασικός κανόνας που λέει "τρώγε εκεί που τρώνε οι ντόπιοι", ή ακόμη καλύτερα, "τρώγε εκεί που τρώνε οι ντόπιοι εργάτες": όταν είσαι σε άγνωστο τόπο, ή έστω σε άγνωστη γειτονιά της πόλης σου, ο κανόνας αυτός δίνει καλές πιθανότητες ότι α. θα φας ένα πιάτο της προκοπής και β. κανείς δε θα σου τη φέρει όταν ζητήσεις τον λογαριασμό.
Αυτός ο κανόνας, λοιπόν, βρήκε χρυσή εφαρμογή στην περίπτωση του "Polpo", που πρώτα-πρώτα αγκαλιάστηκε απ’ τους ανθρώπους που δουλεύουν ολονυχτίς στην κεντρική αγορά του Ρέντη, όταν άναψε σχάρες και τηγάνια προ τριετίας. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που, από τις 11 το πρωί, πηγαινοέρχονταν από την πύλη της Αγοράς στην πόρτα του "Polpo" για ψαρόσουπα και μαγειρευτά ή για το διάλειμμά τους με μικρόψαρα τηγανητά, και σύντομα ακολούθησαν οι εργαζόμενοι σε τριγύρω συσκευαστήρια, βιοτεχνίες, συνεργεία και μαγαζιά. Άλλωστε, ο άνθρωπος πίσω απ’ το "Polpo" δεν ήταν άγνωστος στη γειτονιά: πρόκειται για τον Νίκο Κατσικάκη, που (παρ’ ότι το επώνυμο ίσως παραπλανεί) μετρά 20 χρόνια στην τροφοδοσία κορυφαίων εστιατορίων με ψάρια και θαλασσινά ανά την Ελλάδα και εκτός, κι έχει τα κεντρικά του ακριβώς εδώ, απέναντι απ’ την Αγορά.

Ο καπτά-Νίκος, μάλιστα, πριν ασχοληθεί με το ιχθυεμπόριο, έγραψε και θητεία στα τιμόνια μεγάλων γιοτ και καταμαράν, κι έτσι πλοιοκτήτες, εφοπλιστές και ευρύτεροι παράγοντες της ναυτιλίας βρέθηκαν επίσης από νωρίς στο πελατολόγιό του, το οποίο όχι μόνο έχει διατηρηθεί (καθόλου αυτονόητο αυτό), αλλά κι επεκταθεί για να συμπεριλάβει όλους τους υποψιασμένους θαλασσοφάγους των Νοτίων Προαστίων. Έτσι, πλέον το "Polpo" μετρά ένα ασυνήθιστα ετερόκληρο πελατολόγιο που δεν γνωρίζει από νεκρές ζώνες στο ωράριο λειτουργίας του, κάνοντας την ανάγκη για κράτηση αναπόδραστη, ιδίως για τις εξόδους του Παρασκευοσαββατοκύριακου.
Τι απολαμβάνουν όλοι αυτοί; Τη γρετζάδα ενός αστικού μαγέρικου, μαζί με τη συνωμοτικότητα κρυφού spot που αποπνέει η μινιόν, ημιυπαίθρια και περίκλειστη από φυλλωσιές σάλα του, αλλά και με την έξω καρδιά αίσθηση γιορτής που επικρατεί τις μέρες που τα τραπεζάκια απλώνονται στην παρακείμενη στοά και το φαρδύ πεζοδρόμιο, δίνοντας στο "Polpo" κάτι ανάμεσα σε αυτοσχέδιο γλέντι στην πλατεία και κοσμική έξοδο σε εξοχικό κέντρο στα προάστια.

Και βέβαια, απολαμβάνουν σπουδαία πρώτη ύλη: την αφρόκρεμα των θησαυρών που συγκεντρώνει από τα συνεργαζόμενα καΐκια του ο Νίκος Κατσικάκης, απ’ άκρη σ’ άκρη των ελληνικών θαλασσών. Μιλάμε για διαμάντια όπως κόκκινες γαρίδες, καραβίδες, κολοχτύπες, αστακούς και γαρίδες Αμβρακικού, αλλά και για ψαρούκλες α’ διαλογής, από κουτσομούρα και σαρδέλα μέχρι γλώσσες, στείρες, σκορπίνες και ροφούς, κι όλα τους σε αρκετά έως εξαιρετικά φιλικές τιμές.

Οι επιδόσεις της κουζίνας, της οποίας ηγείται ο ίδιος ο κύριος Νίκος, είναι εξαιρετικές όταν κρατά τα πράγματα απλά. Το signature ωμό του, για παράδειγμα, ένα σκαθάρι crudo με ανθό αλατιού και μπρικ, έχει βουτυρένιο δάγκωμα στο ψάρι κι αφήνει ωραία θαλασσινή δροσιά στο στόμα με το νοικοκυρεμένο ξύσμα lime, ενώ του πάει πολύ το τσίμπημα από φρέσκο πιπέρι που κλείνει τη μπουκιά. Οι κόκκινες γαρίδες, πάλι, περνούν τόσο όσο απ’ τη σχάρα ώστε να πάρουν μυρωδιά καψαλίσματος χωρίς να χάσουν δράμι απ’ τη ζουμερή, μαυλιστική γλυκάδα τους, ενώ τα κουτσομουράκια που ζητήσαμε να μας τηγανίσουν ήρθαν με τη χυμώδη φρεσκάδα τους ατόφια στην τραγανή τους κρούστα.

Από το ρεπερτόριο εδώ δεν λείπει σχεδόν ποτέ η γλώσσα, κι επειδή έχουμε μεγάλη αδυναμία στο ψάρι αυτό, την τιμούμε ιδιαιτέρως όταν τη βρίσκουμε – την τιμά όμως και η κουζίνα του "Polpo" όπως της πρέπει, με ψήσιμο μαστόρικο που αφήνει τη ντελικάτη σάρκα της να εκφράσει όλη τη βουτυρένια γοητεία της. Λίγο αλατάκι παραπάνω θα θέλαμε να είχε πέσει πριν από το ψήσιμο, αλλά αυτά είναι μικροπταίσματα αμελητέα, ιδίως όταν μιλάμε για τέτοια βασιλική εκδοχή του ψαριού: ενάμιση κιλό θηρίο, ψημένο στην εντέλεια από την παχουλή κορφή έως τη φτενή ουρίτσα του, δεν το λες και λίγο πράμα.
Ιδιαίτερα περήφανοι είναι και για τη ντομάτα τους εδώ –το μόνο… στεριανό πιάτο του μενού– και δικαίως: την έχουν εντοπίσει σε συγκεκριμένο παραγωγό στη νότια Πελοπόννησο κι έχει σάρκα τρυφερή, χυμώδη και γεμάτη καλοκαιρινή, ηλιόλουστη γλύκα. Την υπογραμμίζει ωραία η γαλαντόμα σε ποσότητα, αρωματική και πικρούτσικη ρίγανη, παρέα με ανθό αλατιού και μπόλικο φινετσάτο ελαιόλαδο.

Ο βηματισμός χάνεται, όμως, όταν η ομάδα απομακρύνεται από αυτή την απλότητα κι αρχίζει τις… τρικλοποδιές στον εαυτό της. Το αχνιστό με καλαμάρια και γαρίδες, για παράδειγμα, είναι ένα πιάτο καραβίσιο, ανοικονόμητο και μάλλον παράταιρο στο μενού, με τα δύο θαλασσινά να αχνίζονται με ζωμό από κεφάλια γαρίδας και ελαιόλαδο. Το ζουμί που προκύπτει είναι βαρύ, λαδερό κι όχι ιδιαίτερα αρωματικό, ενώ ούτε το πάντρεμα των δύο υλικών είναι ακριβώς λειτουργικό: η γαρίδα παραμένει ζουμερή κι εκφραστική, το ψιλοκομμένο καλαμάρι όμως μοιάζει περισσότερο με κορδόνι, άχαρο, σκληρό και άγευστο.

Το καλαμάρι μας χάλασε και στη μακαρονάδα του ψαρά, που περιλάμβανε επίσης νόστιμες, αλλά κατάτι over γαρίδες και αφράτα, αέρινα μύδια. Την έχουμε χαρεί πολύ πιο πετυχημένη σε προηγούμενες επισκέψεις, όμως ακόμη κι έτσι η σάλτσα της, πλήρης εκφραστικότητας και καμωμένη με μπισκ από κόκκινες γαρίδες, παραμένει ίσως η νοστιμότερη του είδους στην πόλη.
Τα γλυκά έρχονται από εξωτερικό συνεργάτη και, ανάμεσα στο cheesecake και τη vegan μπάρα σοκολάτας, πιο ταιριαστή στο ρεπερτόριο του μαγαζιού μας φάνηκε η lemon pie, που ήταν όπως την περιμέναμε: βιομηχανική, αλλά αποτελεσματική.
Η επίσκεψη του κριτικού έγινε στις 03/09.
POLPO, Τζον Κένεντι 6, Άγ. Ιωάννης Ρέντης, 2107104578. Ωράριο λειτουργίας: Τρι – Σαβ: 1μμ – 9.30μμ, Κυρ: 1μμ – 7.30μμ. Τιμή: €30 – 55 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

