Κρυμμένο σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές της Χώρας, στον χώρο ενός παλιού θερινού κινηματογράφου, το Nōema έχει καταφέρει μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα επιτυχημένο εστιατόριο. Είναι ένα μέρος που συμπυκνώνει όσα κάνουν τη Μύκονο μοναδική, όταν βρίσκεται στα καλύτερά της: σε μια πανέμορφη αυλή κάτω από φοίνικες, η ανοιχτή κουζίνα ζωντανεύει γύρω από τη φωτιά, organic house ήχοι και live εμφανίσεις χτίζουν ατμόσφαιρα με άποψη, και το mood, όσο περνά η βραδιά, σε βυθίζει όλο και πιο αβίαστα από το δείπνο στη γιορτή.

Στο επίκεντρο αυτής της εμπειρίας βρίσκεται ο Αθηναγόρας Κωστάκος. Περισσότερο από executive chef ή culinary director, λειτουργεί ως οραματιστής μιας συνολικής πρότασης που επανασυστήνει την ελληνική κουζίνα σε ένα από τα πιο απαιτητικά διεθνή κοινά του κόσμου.
Μαζί με τον head chef Πάνο Τσίκα, παίρνει γνώριμες γεύσεις της παράδοσης, τις επανερμηνεύει όσο χρειάζεται και τις ξανασυνθέτει με τρόπο που διατηρεί την ψυχή τους, αλλά τις κάνει απόλυτα φυσικές για το κοσμοπολίτικο κοινό της Μυκόνου. Μια κουζίνα που, αντί για τον εντυπωσιασμό, κυνηγά τη νοστιμιά, την καθαρότητα της πρώτης ύλης και την αυθεντική ελληνικότητα, μεταφρασμένη στη γλώσσα του σήμερα.

Αυτό εξηγεί γιατί πιάτα όπως ο εμβληματικός καπνιστός ταραμάς ή το αργομαγειρεμένο αρνάκι έχουν αποκτήσει σχεδόν θρυλικό χαρακτήρα. Δεν είναι απλώς επιτυχημένες συνταγές, αλλά απόδειξη ότι η ελληνική comfort γεύση μπορεί να έχει διεθνή απήχηση χωρίς να χάσει την ταυτότητά της.
Δίπλα τους, νέες δημιουργίες όπως το εντυπωσιακό Caviar Dome, με ταρτάρ τόνου, γενναιόδωρη δόση χαβιαριού, τρούφα και ντομάτα, δείχνουν ότι το Nōema εξελίσσεται, ισορροπώντας τη signature ταυτότητά του με τη διαρκή αναζήτηση του καινούργιου.

Ίσως, όμως, η μεγαλύτερη επιτυχία του Nōema να βρίσκεται αλλού. Κατάφερε να κάνει την αφρόκρεμα των επισκεπτών της Μυκόνου να ερωτευτεί τη σύγχρονη ελληνική κουζίνα, όχι μέσα από φολκλορικά στερεότυπα, αλλά παρουσιάζοντας τη μεσογειακή γεύση με αυτοπεποίθηση, δημιουργικότητα και σεβασμό στις ρίζες της.
Έτσι, ένα κοινό με άνεση αρκετή για να επιλέξει οποιαδήποτε διεθνή κουζίνα σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, επιστρέφει ξανά και ξανά για έναν ταραμά, ένα αρνάκι στη φωτιά, σε ένα μυκονιάτικο τραπέζι που καταλήγει σχεδόν πάντα σε αυθόρμητο γλέντι.

