Πότε ακριβώς σταματήσαμε να εμπιστευόμαστε το ίδιο μας το στόμα και παραδώσαμε τη γευστική μας κρίση σε μια χούφτα ανθρώπους που μασάνε μπροστά σε ένα ring light, μουγκρίζουν "μμμμ", γουρλώνουν τα μάτια και, πριν καν καταπιούν, αποφασίζουν ότι αυτό που μόλις έφαγαν είναι 10/10;

Θα ήθελα πραγματικά να εντοπίσω τη στιγμή. Ίσως ήταν όταν το TikTok αποφάσισε ότι η καλύτερη μέθοδος αξιολόγησης ενός πιάτου είναι να το κόψεις στη μέση και να το ζουλήξεις μπροστά στην κάμερα; Ή όταν αποδεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα ότι γαστρονομικά αστοιχείωτοι άνθρωποι χωρίς κανένα απολύτως μέτρο σύγκρισης μπορούν να μας εξηγήσουν πού θα φάμε "ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ RAMEN ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ"; Spoiler alert: αν στα 24 σου έχεις φάει τρία ramen, οι πιθανότητες να έχεις εντοπίσει το καλύτερο ramen της ανθρωπότητας είναι μάλλον περιορισμένες.
Κι όμως, κάπως έτσι λειτουργεί πλέον ένα σημαντικό κομμάτι της παγκόσμιας εστίασης. Όχι με κριτική, ούτε ακριβώς με πρόταση. Χωρίς καν με τη χρήση λέξεων. Με reaction και ολίγον από μουγκρητό.

Πρόσφατο μεγάλο ρεπορτάζ του Guardian, βασισμένο σε δεκάδες συνομιλίες με influencers, εστιάτορες, σεφ και ανθρώπους της βιομηχανίας, έδωσε μάλιστα όνομα σε αυτό που αρκετοί έχουμε αρχίσει να αισθανόμαστε εδώ και καιρό: crisis of authenticity (κρίση της αυθεντικότητας). Ακόμη και η ατέρμονη θετικότητα έχει αρχίσει να λειτουργεί εις βάρος εκείνων που την παράγουν. Γιατί όταν κάθε βίντεο υπόσχεται αφειδώς κάτι που "πρέπει να δοκιμάσεις (αλλιώς η ζωή σου οδεύει προς τη ματαιότητα", μετά από λίγο το κοινό δικαιούται να αναρωτηθεί αν όντως βιώνουμε το μεγαλύτερο γευστικό σερί στην ιστορία της ανθρωπότητας ή απλώς, η υπερβολή έχει γίνει η νέα νόρμα.

Και κάπου εδώ βρίσκεται το μικρό προβληματάκι. Αν τρως δωρεάν, αν σε καλούν στα openings, αν θέλεις να συνεχίσουν να σε καλούν, αν περιμένεις το επόμενο collaboration και αν, ενδεχομένως, το επόμενο βήμα είναι να πληρωθείς από το ίδιο μαγαζί, πόσο εύκολα λες: "Παιδιά, ήταν μέτριο";
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να αναζητήσει κανείς κάποια σκοτεινή συνωμοσία πίσω από όλα αυτά. Αρκεί η απλή αριθμητική. Η αυθόρμητη πρόταση έγινε περιεχόμενο, το περιεχόμενο απέκτησε αξία συναλλαγής και κάπως έτσι η αρνητική κριτική κατέληξε να είναι, εκτός από αντιδημοφιλής, και επιχειρηματικά ασύμφορη. Η ίδια βρετανική έρευνα καταγράφει, μάλιστα, καταγγελίες ακόμη και για αδήλωτες πληρωμές με αντάλλαγμα -τι άλλο;- μια γενναιόδωρα θετική κάλυψη.

Κάντο για τους followers
Πηγαίνεις στο Παρίσι και αντί να χαθείς σε μια boulangerie δύο δρόμους πιο πέρα, στέκεσαι στην ουρά μόνο και μόνο για να σηκώσεις πάνω από το κεφάλι σου ένα κρουασάν Philippe Conticini 35 ευρώ, περίπου στο μέγεθος μαξιλαριού καναπέ. Δεν χρειάζεται καν να κατηγορήσουμε τον άνθρωπο: το ίδιο του το site το διαφημίζει ως "Best-seller σύμφωνα με το TikTok". Τουλάχιστον είναι ειλικρινής, με το προϊόν να μην κρύβει ότι μία από τις βασικές λειτουργίες του είναι να φωτογραφηθεί. Και κάπου εδώ το ερώτημα γίνεται υπαρξιακό: αγοράζεις κρουασάν ή prop; Γιατί προσωπικά θέλω το κρουασάν μου να κάνει κυρίως ένα πράγμα: να είναι νόστιμο. Δεν χρειάζεται να μπορώ να κοιμηθώ επάνω του.
Και αφού πιάσαμε το Παρίσι, μιας και είναι μια πολη που την ξέρω από την καλή και την ανάποδη, το ίδιο συμβαίνει με τον καφέ στο Café de Flore. Ναι, φυσικά, θα πας αφού είναι ένα ιστορικό τοπόσημο. Θα καθίσεις εκεί όπου πέρασε μισή γαλλική διανόηση, θα κοιτάξεις τη Boulevard Saint-Germain και για περίπου σαράντα λεπτά θα αισθανθείς λίγο πιο ενδιαφέρων άνθρωπος απ' ό,τι είσαι στην πραγματικότητα. Αυτό λέγεται εμπειρία και είναι απολύτως θεμιτό.
Απλώς ο συχνά μέτριος –και ενίοτε καμένος– καφές δεν μεταμορφώνεται μυστηριωδώς σε εξαιρετικό, επειδή δίπλα σου μπορεί να καθόταν ο Σαρτρ πριν 100 χρόνια. Ακόμη και σημερινές κριτικές του Café de Flore επισημαίνουν ακριβώς αυτή τη διάσταση: πληρώνεις σε μεγάλο βαθμό τον μύθο, το σκηνικό και τη δυνατότητα να πεις ότι ήσουν εκεί, ενώ οι τουρίστες είναι πια η συντριπτικά ορατή πελατεία του.

Εσύ πόσα "καλύτερα burger στον κόσμο" έχει φάει;
Το αστείο είναι ότι κάποτε το internet φαινόταν πως θα εκδημοκρατίσει την κριτική μιλώντας με γλώσσα απλή και αμεσότητα, χωρίς πολλές "βελούδινες μπουκιές με εκμαυλιστική λιπαρότητα". Δεν θα περιμέναμε πια τον επαγγελματία κριτικό να μας πει πού αξίζει να πάμε. Αντιθέτως, θα είχαμε εκατοντάδες πραγματικές φωνές, ανθρώπους με διαφορετικά γούστα, διαφορετικά budgets, διαφορετικές εμπειρίες.
Και για λίγο αυτό ακριβώς συνέβη. Οι πρώτοι food bloggers φωτογράφιζαν κυρίως το πιάτο, ωστόσο έγραφαν, εξηγούσαν, είχαν εμμονές, ενίοτε και εντελώς άδικες γνώμες - αλλά τουλάχιστον είχαν γνώμη. Μετά μπήκε ο άνθρωπος μπροστά από το φαγητό. Και ύστερα μπήκε ο αλγόριθμος μπροστά από τον άνθρωπο, και πλέον όλοι προσπαθούν να τον γητεύσουν αν όχι να τον καλοπιάσουν. Ενώ, η μελιτζάνα, δυστυχώς, δεν έχει καλό retention rate, το λιωμένο τυρί έχει.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι οι influencers. Ή, τουλάχιστον, δεν είναι μόνο οι influencers. Εξάλλο, εμείς τους κάναμε influencers. Εμείς καθόμαστε μισή ώρα στην ουρά επειδή είδαμε άλλους 200 ανθρώπους να κάθονται στην ίδια ουρά. Εμείς αποθηκεύουμε το reel με το "best hidden gem" που έχει ήδη 1,8 εκατομμύρια views – εξαιρετικά hidden, Σέρλοκ. Εμείς πηγαίνουμε σε μια πόλη με χιλιάδες εστιατόρια και καταλήγουμε όλοι στις ίδιες δέκα διευθύνσεις επειδή μας τις παρέδωσε το For You Page. Όσο τα κριτήρια μεταλλάσσονται τόσο πηγαίνουμε κάπου για να αναπαραγάγουμε μια εικόνα που έχουμε ήδη δει. Σαν να εκτελούμε ένα τελετουργικό αντιγραφής, αντί να ζούμε πραγματικά τον τόπο.
Δεν ξέρω αν γράφω τρέλες, αλλά ίσως εδώ πρέπει να θυμηθούμε κάτι εντελώς παλιομοδίτικο. Το στόμα μας. Εκείνο το μικρό όργανο με δεκάδες νευρικά κλαδιά και τις χιλιάδες αισθητικές απολήξεις που είχε κάποτε την αλλόκοτη ιδιότητα να αποφασίζει αν κάτι μας αρέσει. Που παραδόξως, δεν χρειάζεται να συμφωνεί με το TikTok. Μπορεί ένα συνοικιακό σουβλάκι με 900 followers να σου προσφέρει πολύ μεγαλύτερη χαρά από αυτό που περίμενες σαράντα λεπτά για να φας επειδή το κρατούσαν χθες μπροστά στην κάμερα έξι creators.

Και κυρίως: ένα φαγητό επιτρέπεται να είναι μέτριο. Θα ήθελα κάποιος να ενημερώσει επειγόντως το Instagram. Δεν είναι κάθε burger "το καλύτερο του κόσμου", ούτε κάθε ταβέρνα "hidden gem". Και, προς Θεού, δεν γίνεται όλα να είναι 10/10.
Δεν ξέρω αν μέσα σε τόση τελειότητα, μήπως έφτασε επιτέλους η ώρα να κάνουμε την πιο ριζοσπαστική γαστρονομική κίνηση της εποχής. Να δοκιμάσουμε πρώτα. Και μετά να αποφασίσουμε μόνοι μας αν μας άρεσε.

