"Πόλεις του καλοκαιριού, ψαροχώρια του Νότου...
Σιγά μην είναι εδώ τα καταφύγια του ανθρώπου".
Αυτοί οι στίχοι του όχι και τόσο γνωστού τραγουδιού "Αλισάχνη" του γκρουπ Taburo Bota μοιάζουν άθελα τους να περικλείουν λίγο πολύ το τολμηρά εγχείρημα να ανοίξεις ένα πολύ ενδιαφέρον εστιατόριο μπιστρονομικής φιλοσοφίας στη Δροσιά Αττικής. Πριν ένα περίπου χρόνο, οι δύο σεφ- ιδιοκτήτες, ο Νικόλας Τζαβούλης και ο Βασίλης Βολίκας ξεκίνησαν το πρώτο τους εστιατορικό εγχείρημα, την "Αλισάχνη" στο απομακρυσμένο και ολίγον ξεχασμένο προάστιο της Βορειοανατολικής Αττικής, γνωρίζοντας από την αρχή πως το κοινό τους θα είναι κυρίως οι Βόρειοι.
Γιατί ποιος κάτοικος του κέντρου ή ποιος Νότιος θα έπαιρνε αψήφιστα την απόφαση να "ταξιδέψει" μέχρι τη Δροσιά για να μια καλή και τίμια γεύση ελληνοπρεπούς μπιστρονομίας; Ανήκοντας στην πρώτη κατηγορία, θα απαντήσω πως θα ξαναπήγαινα σε αυτή την off Broadway περιοχή που σίγουρα δεν φημίζεται για τα εστιατόρια της αλλά μάλλον για τα πεϊνιρλί.

Για να τεκμηριώσω την παραπάνω τολμηρή δήλωση (ειδικά αν σκεφτείς τη μέση τιμής της βενζίνης στην ακριβή μας χώρα) ας ξεδιπλώσουμε την μυστήρια περίπτωση της Αλισάχνης. Τοποθετημένο σε μια περιοχή που έζησε παλιότερα μεσοαστικές δόξες, αυτό το μικρό και συμπαθέστατο μαγαζί έχει τη γοητεία της γειτονιάς, που με την ησυχία της σε καλεί να χαλαρώσεις πραγματικά και να ξεκουραστείς. Η σάλα της "Αλισάχνης" αεράτη, ψηλοτάβανη, με κάποια πολύ όμορφα θερμά στοιχεία σαν τον ξύλινο πάγκο του μπαρ ή τον τοίχο φορτωμένο καδράκια με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Η ζεστή υποδοχή της Πάολα που είναι υπεύθυνη είναι ενδεικτική της οικείας εμπειρίας.

Ωστόσο το ατού της είναι η όμορφα διαμορφωμένη καταπράσινη αυλή , με τραπεζάκια μοιρασμένα σε επίπεδα που συνθέτει ένα άκρως ευχάριστο περιβάλλον. Τα παραπάνω σιγοντάρει το jam session με πολύ σύγχρονη ελληνική μουσική, από Pan Pan μέχρι Nalyssa Green, που ακούγεται από τα ηχεία και συνυπάρχει διακριτικά με ένα σφιχτό και άκρως επεξηγηματικό μενού.

Ελληνοπρεπής μπιστρονομία με κρεατοφαγική διάθεση, σκέφτομαι καθώς χαζεύω τον μικρό κατάλογο ο οποίος προσαρμόζεται πολύ συχνά και τυπώνετα in situ στο κοντινό βιβλιοπωλείο! Ερμηνεύοντας δημιουργικά το γενικότερο πνεύμα του μεζέ, η κουζίνα ραφινάρει τη συνήθεια του κυριακάτικου οικογενειακού τραπεζιού, με πιάτα που ποντάρουν σε προσεκτικά διαλεγμένες πρώτες ύλες από παραγωγούς στα πέριξ.

Το καλωσόρισμα εδώ έρχεται με προζυμένιο ψωμί συνοδεία μιας ελαφρώς καυτερής πάστας πιπεριάς μαζί με ξυγαλο από την Κρήτη. Εστιατορική ούγια αλλά και μαμαδίστικο ταπεραμέντο συνυπάρχουν στο πιο δυνατό πιάτο του μενού, τα κεφτεδάκια μακάλο με κιμά από ζυγούρι και το μοσχάρι, όπου η πλούσια γεύση του κρέατος κοντράρει στα ίσα την δεμένη σάλτσα από ρετσίνα.

Μια ωδή στην απλότητα το αρωματικό πλιγούρι με πολλά φρέσκα μυρωδικά και βάση μια ελαφριά σάλτσα από ντομάτα – πιπεριά, θυμίζουν σπιτικά γεμιστά, ενώ οι πολύ τραγανές πατάτες θα προτιμούσα να συνοδεύονται με την κρέμα με καπνιστό τυρί Βέρμιου στο πλάι ώστε να μην τις επιβαρύνει ως προς τη υφή τους.
Ανάμεσά τους υπάρχουν και μερικές πιο comfort, επιτυχημένες προτάσεις. To ωραία ψημένο κοτόπουλο με την απολαυστική καπνιστή νοστιμιά του σερβιρισμένη με ξινόχοντρο τραχανά σε σάλτσα ντομάτας, έναν συνδυασμό που θα ήθελε λίγο καλιμπράρισμα στις οξύτητες. Το καλοψημένο συκώτι σχάρας εξιτάρει μια μεταξένια κρέμα πατάτας και τοπιναμπούρ, ενώ το τελευταίο το βρίσκουμε και σε πολύ νόστιμα τσιπς στην κορυφή του πιάτου. Σιγομαγειρεμένο για 10 ώρες, το πρόβειο κότσι με "σύζουμες" χυλοπίτες και γραβιέρα Αμφιλοχίας είναι ότι πιο πληθωρικό και ταυτόχρονα το ακριβότερο του καταλόγου στα €16.

Ναι, η "Αλισάχνη" εκτός από βαθιά νόστιμη με σπιτική οικειότητα είναι και τρομερά προσιτή. Σαν ένα ανάχωμα στην υπερκοστολογημένη "γαστροεστίαση" , ή ένα καταφύγιο του σύγχρονου Αθηναίου που αναρωτιέται πόσο μακριά πρέπει να φτάσει για να φάει τίμια και ποιοτικά. 40 λεπτά από το κέντρο. Kαι βρίσκεις να παρκάρεις δίπλα.
Info
Σολωμού 15, Δροσιά, 21 0622 9000

