Υπάρχουν εστιατόρια που σερβίρουν φαγητό, υπάρχουν κι εστιατόρια που αφηγούνται ιστορίες. Το ιστορικό "Όλυμπος Νάουσα", στην παραλία της Θεσσαλονίκης, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Μια επίσκεψη εδώ μοιάζει με ταξίδι στον χρόνο – σαν να μπαίνεις μέσα σε ένα ζωντανό ντοκιμαντέρ για την αστική ζωή της πόλης. Κάτι που μοιάζει ιδιαίτερα ταιριαστό αυτές τις ημέρες, που η Θεσσαλονίκη κινείται στον ρυθμό του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.
Η ιστορία του εμβληματικού κτηρίου ξεκινά το 1926, όταν ανεγέρθηκε στην παραλιακή λεωφόρο της πόλης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Jacques Mosse, ως έδρα της τοπικής μπύρας Όλυμπος και του παγοποιείου Νάουσα. Το διώροφο οικοδόμημα, χαρακτηριστικό δείγμα του εκλεκτικισμού της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης, έμελλε να ζήσει πολλές ζωές: κατά τη διάρκεια της Κατοχής μετατράπηκε σε καμπαρέ για τους Γερμανούς αξιωματικούς, ενώ μετά τον πόλεμο καθιερώθηκε ως ένα από τα σπουδαιότερα γαστρονομικά στέκια της πόλης.


Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, το "Όλυμπος Νάουσα" έγινε σημείο αναφοράς για τη νεοσύστατη αστική τάξη της Θεσσαλονίκης και τόπος συνάντησης της πόλης με τη διεθνή γαστρονομία. Στις σάλες του πέρασαν προσωπικότητες της πολιτικής, των τεχνών και της κοινωνικής ζωής της εποχής, ενώ το εστιατόριο εξελίχθηκε σε κοσμικό σημείο όπου όλοι πήγαιναν "για να δουν και να τους δουν". Ταυτόχρονα, μέσα από την κουζίνα του, συνέβαλε στη διαμόρφωση της αστικής γαστρονομικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης, παντρεύοντας ευρωπαϊκές επιρροές με την πολυσυλλεκτική παράδοση της πόλης.
Ο καταστροφικός σεισμός του 1978 και μια παράδοξη νομοθεσία που περιόριζε τη λειτουργία του τα Σαββατοκύριακα σηματοδότησαν την αρχή της κάμψης για το εμβληματικό εστιατόριο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα φώτα έσβησαν στη μαρκίζα, όχι όμως και η μνήμη του στην καρδιά των Θεσσαλονικιών. Στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, η αίγλη επέστρεψε δυναμικά χάρη στην απόφαση της Grivalia Hospitality και του Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου TOR Hotel, Κωνσταντίνου Τορνιβούκα, να αποκαταστήσουν το ιστορικό εστιατόριο και να το εντάξουν στο "ON Residence", ένα πολυτελές boutique ξενοδοχείο που έφερε νέα κοσμοπολίτικη αύρα στη γειτονιά.

Τη γαστρονομική επανεκκίνηση του "Όλυμπος Νάουσα" ανέλαβε ο σεφ Δημήτρης Τασιούλας, ένας άνθρωπος συνδεδεμένος με τη σύγχρονη γαστρονομική σκηνή της Θεσσαλονίκης, τόσο χάρη στη θητεία του στο "Σέμπρικο", όσο και μέσα από το δικό του εστιατόριο "Thria". Προσεγγίζοντας το εγχείρημα με σχολαστικότητα ιστορικού, ο σεφ ανέσυρε συνταγές και μνήμες από μια από τις πιο τρυφερές περιόδους της πόλης, όχι για να τις αναπαράξει αυτούσιες, αλλά για να τις μεταφράσει σε μια κουζίνα που συνομιλεί με το σήμερα. Πιάτα όπως το πολίτικο μαντί με αφρό καπνιστού γιαουρτιού και γλυκιά ντομάτα ή το χουνκιάρ μπεγεντί με μοσχαρίσια μάγουλα και κρέμα ψητής μελιτζάνας ισορροπούν ανάμεσα στη νοσταλγία και τη σύγχρονη τεχνική, ενώ φινετσάτες κοπές όπως ο μαύρος χοίρος Iberico, το φιλέτο Black Angus ή τα αρνίσια παϊδάκια με γλυκό κρεμμύδι και κεφίρ περνούν από το κάρβουνο για να δώσουν μια πιο κοσμοπολίτικη διάσταση στο μενού.

Η σάλα του αναγεννημένου "Όλυμπος Νάουσα" αποτελεί από μόνη της εμπειρία. Με τη φινέτσα των 50s να αποτυπώνεται στις βιενέζικες ψάθες των καθισμάτων, στα art nouveau μοτίβα των πλακιδίων και των υφασμάτων, στους μεγάλους vintage καθρέφτες και τα κομψά φωτιστικά, ο χώρος αποπνέει παλιά αστική, ψηλοτάβανη αρχοντιά, στολισμένη με περίτεχνα γύψινα και φωτιστικά από φυσητό γυαλί. Στο βάθος, αποκαλύπτεται ο ατμοσφαιρικός κήπος: ένα ήσυχο καταφύγιο στην καρδιά της πόλης, όπου ανάμεσα σε πράσινο και νερό που κυλά από τον μικρό καταρράκτη –φόρο τιμής στον κινηματογράφο Ολύμπια που λειτουργούσε παλιά στο σημείο– το εστιατόριο αποκτά έναν ακόμη λόγο για να το επισκεφθεί κανείς.

Αν το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μάς καλεί να ανακαλύψουμε ιστορίες πραγματικής ζωής, το "Όλυμπος Νάουσα" είναι μία από τις πιο γοητευτικές αφηγήσεις της Θεσσαλονίκης – μια εμπειρία που ενώνει την ιστορία, την αισθητική και τη γεύση σε ένα σκηνικό που μοιάζει να έχει βγει κατευθείαν από το ίδιο το φιλμ της πόλης.

