© Λεωνίδας Τούμπανος
Εκτός πιάτσας και εκτός τάσεων της εποχής, σκαρφαλωμένο στο λόφο του Γαλατσίου -παλιά νταμάρια-, όπου πιθανότατα δεν έχετε βρεθεί ποτέ, όπως κι εγώ μέχρι πρόσφατα, σε δρομάκια ανηφορικά και παλιές γειτονιές με σπίτια χαμηλά, το Λέσβιον μοιάζει να ξεπήδησε από την ιστορία του ελληνικού ουζερί.
Η μικρή του αυλή, κρυμμένη πίσω από περικοκλάδες, δύσκολα εντοπίζεται. Η σάλα διατηρεί τη μνήμη του παλιού καφενείου με ξύλινα τραπέζια, ψάθινες καρέκλες και στους τοίχους αναμνηστικές φωτογραφίες. Πίσω από τον πάγκο, διακρίνεις τη μικρή κουζίνα με τον κύριο Παναγιώτη Κακαρώνη να παλεύει με τα τηγάνια του στο γκάζι.


Είναι καθημερινή, νωρίς μεσημέρι, και στην αυλή μικρές παρέες έχουν αρχίσει να μαζεύονται. Σε λίγο, δεν θα πέφτει καρφίτσα. Το Λέσβιον δεν βρίσκεται τυχαία εδώ. Όλη η περιοχή αποτελεί μια μικρή αποικία της Λέσβου. Τις δεκαετίες ’60-’70, εσωτερικοί μετανάστες με ρίζες από το χωριό Αγρα έφταναν στην πρωτεύουσα αναζητώντας οικοδομικές εργασίες και σιγά-σιγά δημιούργησαν μια ολόκληρη συνοικία.
Το ’65 άνοιξαν το πρώτο τους καφενείο, απαραίτητος τόπος συνάντησης της εποχής, το σημερινό Λέσβιον. Χρόνια αργότερα, το 1987, κατέληξε στον Παναγιώτη Κακαρώνη, από την Άγρα κι αυτός, κι από τότε το τρέχει η ίδια οικογένεια, αρχικά σαν καφενείο με το απαραίτητο ούζο και λίγους απλούς μεζέδες: τρεις φορές τη βδομάδα έβαζαν κάρβουνα και έψηναν χταπόδι και σαρδέλες, κλασικοί μεζέδες της ιδιαίτερης πατρίδας τους.


Κύλησε έτσι μέχρι το 2009, οπότε ο γιος, ο Περικλής Κακαρώνης, πήρε την απόφαση να το αναλάβει, να προσθέσει πιάτα και να το κάνει περισσότερο ουζερί. Το μαγαζί ακούστηκε πολύ γρήγορα, απέκτησε φίλους κι έφτασε σήμερα να δέχεται κόσμο απ΄όλη την Αθήνα. Στους πιστούς πελάτες συνέχεια προστίθενται και νέοι -φαίνεται πως ακόμα υπάρχει κόσμος που εκτιμάει το αυθεντικό. Ελάχιστα μαγαζιά έχουν απομείνει να διατηρούν με συνέπεια τη μακριά παράδοση του ελληνικού καφέ-ουζερί, με ό,τι αντιπροσώπευε ανέκαθεν αυτό.
Μεγάλη υπόθεση το πλατύ χαμόγελο, και από τον Περικλή Κακαρώνη περισσεύει, όση δουλειά κι αν έχει. Παράλληλα, δεν θυμάμαι άλλον εστιάτορα να λέει ότι αποφεύγει τη δημοσιότητα γιατί δεν έχει τα μέσα να διαχειριστεί περισσότερη πελατεία. Το είπε και το εννοούσε, αλλά κάθισε πρόθυμα να μας μιλήσει για την ιστορία του μαγαζιού, δεμένη με τις αναμνήσεις της ζωής του. Το Λέσβιον παραμένει μια καθαρά οικογενειακή υπόθεση: στην κουζίνα, την ψησταριά έχει αναλάβει ο πατέρας -πραγματικός μάστορας-, στα υπόλοιπα συμμετέχει όλη η οικογένεια, δεν περισσεύει ούτε ο Περικλής, μαγειρεύει κι αυτός όταν χρειάζεται. Παράλληλα τρέχει όλο το μαγαζί, τις προμήθειες, τις παραγγελίες, επιβλέπει τα τραπέζια, σκορπάει χαμόγελα, πιάνει κουβέντες. Είναι η ψυχή του μαγαζιού και η φυσιογνωμία του σου ανοίγει την καρδιά.


Θα μας πει ότι πολλά προϊόντα τους τα φέρνουν από τη Λέσβο, όπως τα τυριά, τα χταπόδια, το ελαιόλαδο, τα ούζα, κι αν θέλει κάποιος φέρνουν με παραγγελία ξεχωριστά θαλασσινά και όστρακα. Μαγειρεύουν όπως στο σπίτι τους, με τις παλιές συνταγές. Το μενού τιμά την ατόφια πρώτη ύλη, τους αδιαπραγμάτευτους μεζέδες του ούζου, το τηγάνι και την παράδοση της Λέσβου. Με δικές τους συνταγές φτιάχνουν τη διάσημη λακέρδα τους, τις παστές σαρδέλες, γαύρο μαρινάτο, σουπιές με μελιτζάνα.
Στο τραπέζι, πρώτη κατέφθασε η παστή σαρδέλα, με ωραία υφή και διακριτική αλμύρα, δείγμα της απαράμιλλης τεχνικής του νησιού στα παστά. Την περίφημη λακέρδα τους την έχω δοκιμάσει την εποχή που υπάρχει παλαμίδα: σε παχιά, βελούδινη φέτα, δικαιώνει τη φήμη της σε ισορροπία, υφή και νοστιμιά. Ο μαρινάτος γαύρος είχε σπίρτο και ζωντάνια, φανερώνοντας σπιτική φροντίδα. Το λιαστό χταπόδι, πάλι, ο απόλυτος συνοδός του ούζου, συμπυκνώνει στη μεστή σάρκα τη γεύση του και το μαστόρικο ψήσιμο στο κάρβουνο το κάνει ακαταμάχητο: Must επιλογή, έρχομαι πάλι γι αυτό. Κουτσομούρα και γαρίδα με ανάλαφρο τηγάνισμα κι ένα ακαταμάχητα τραγανό θράψαλο είχαν σειρά στο απολαυστικό σερί των ουζομεζέδων.



Μια δική τους συνταγή, η κοκκινιστή σουπιά με μελιτζάνα και λίγο από το μελάνι της να χαρίζει βάθος, ήταν ένα πραγματικά νόστιμο πιάτο. Μας πρότειναν και τα μαγειρευτά ρεβίθια, που ήταν μια γευστική έκπληξη, καθόλου περίεργο ότι έχουν φανατικούς φίλους. Τέλος, δεν θ΄αφήναμε ένα ακόμα hit πιάτο του μαγαζιού, τα κεφτεδάκια: μυρωδάτα, ωραία τηγανισμένα και πολύ νόστιμα.

Δεκαπέντε ούζα από τη Λέσβο -μερικά σπάνια εκτός νησιού- και δώδεκα τσίπουρα προσεκτικά διαλεγμένα, θα συνοδέψουν τα πιάτα. Υπάρχει και χύμα κρασί, λευκό και ροζέ από Μοσχάτο Λήμνου, από την οινοποιία Limnos Organic Wines.
Η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή, χαρούμενη, πολύβουη, όπως θα περίμενε κανείς εδώ. Θα συναντήσετε κόσμο κάθε κατηγορίας και ηλικίας, after office συνάδελφοι, νεανικές παρέες με χαρούμενη διάθεση, πολλά ζευγάρια, τα σαββατοκύριακα και αρκετές οικογένειες. Αν, πάλι, περάσετε πρωί, θα δείτε κόσμο της γειτονιάς που έρχεται για καφέ και κουβέντες, το καφενείο λειτουργεί. Κλείστε απαραίτητα τραπέζι.

Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.



