Περισσότερο τελετουργία παρά ρόφημα, ο ελληνικός καφές έχει συνδεθεί με ένα μεγάλο μέρος της ντόπιας γευστικής μνήμης, τουλάχιστον για ό,τι μπαίνει στο ποτήρι. Ο χρόνος που επιβραδύνεται, το φλιτζάνι που αχνίζει πάνω στο τραπέζι, η κουβέντα που ξεκινά χωρίς βιασύνη και το βλέμμα που χάνεται για λίγο μέχρι να κατακάτσει το καϊμάκι αποτελούν κομμάτια μιας συνήθειας που συντρόφευσε γενιές και γενιές και -όσο να πεις- μάλλον εκλείπει όσο περνούν τα χρόνια.
Ειδικά από τη στιγμή που ο καφές έχει εξελιχθεί -στην εποχή μας- σαν συνώνυμο της ταχύτητας και καταναλώνεται στο πόδι (πιο ορθά, στο χέρι), ο ελληνικός προσπαθεί να αντισταθεί, απαιτώντας υπομονή, παρουσία και συμμετοχή.

Γνωρίζεις προφανώς πως η διαδρομή του ξεκινά αιώνες πίσω, από τις ερήμους και τα παζάρια της Μέσης Ανατολής, όπου οι πρώτες μορφές του καβουρδίζονταν ακόμη και πάνω στην καυτή άμμο. Μέσα από εμπορικά δίκτυα και πολιτισμικές ανταλλαγές ταξίδεψε στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο, αποκτώντας διαφορετικά ονόματα και γεωγραφικά πλαίσια αλλά διατηρώντας την ίδια σχεδόν τελετουργική παρασκευή. Στην Ελλάδα ρίζωσε βαθιά κατά την οθωμανική περίοδο και αργότερα βρήκε το φυσικό του σπίτι στα καφεκοπτεία και στα καφενεία, χώρους που λειτούργησαν για δεκαετίες ως κοινωνικά παρατηρητήρια, άτυπα πολιτικά φόρουμ και τόποι καθημερινής συναναστροφής.
Κι όμως, παρά το βαρύ πολιτισμικό του φορτίο, ο ελληνικός καφές πέρασε τα τελευταία χρόνια σε δεύτερο πλάνο. Η άνοδος του εσπρέσο και της κατά κυμάτων σύγχρονης coffee culture τον μετέτρεψε σταδιακά σε μια συνήθεια που πολλοί συνέδεσαν με τη νοσταλγία ή με τις μεγαλύτερες ηλικίες. Ίσως άδικα. Γιατί πίσω από το γνώριμο άρωμα και τη χαρακτηριστική του γεύση κρύβεται ένα προϊόν με έντονη προσωπικότητα, πολυπλοκότητα και αξιοσημείωτα γευστικά χαρακτηριστικά.
Αυτό ακριβώς ίσως έχουν στο μυαλό τους σεφ και ζαχαροπλάστες, που τον βγάζουν από το φλιτζάνι και του δίνουν μια δεύτερη ευκαιρία, προσαρμόζοντάς τον σε πιάτα, επιδόρπια και με διαφορετικές υφές, σε μερικά από τα πιο σημαντικά και ενδιαφέροντα εστιατόρια της χώρας.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές και επιτυχημένες εκδοχές όλων των παραπάνω εντοπίσαμε στο βραβευμένο με Χρυσό Σκούφο Varoulko Santorini του Grace. Στη σαντορινιά έδρα του Λευτέρη Λαζάρου, ο εμβληματικός γευσιπλάστης και ο συνεργάτης του εκεί, ο αξιόλογος σεφ Ηλίας Τσικρίκης, παρουσιάζουν το χριστόψαρο πλαισιωμένο με πουρέ σελινόριζας με μίσο, μπερ μπλαν αρωματισμένη με ελληνικό καφέ και τζελ ελληνικού καφέ.


Στο Νησί των Ανέμων και το Botrini's Mykonos, ο πολυβραβευμένος Έκτορας Μποτρίνι -με νέο σεφ πλέον στο χρυσοσκουφάτο εστιατόριο τον ταλαντούχο Βασίλη Παπαδόπουλο- επανερμηνεύει μια από τις κλασικές σπεσιαλιτέ του και την σερβίρει σαν Μυκονιάτικη καρμπονάρα: Με κρέμα καρμπονάρα, λούζα Τήνου, φιστίκι και πούδρα ελληνικού καφέ, αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά του Golden Hour φετινού του μενού.
Στο φρέσκο εστιατόριο Madaros του Oros Luxury Beach Resort, στην Κρήτη (Ρέθυμνο), ο Αλέξανδρος Τσιοτίνης μας συστήνει μια fine dining κρητική κουζίνα. Το επιδόρπιο του μενού -και μια από τις πιο δυνατές περιστάσεις της όλης εμπειρίας- είναι το αμυγδαλωτό παρφέ με αμύγδαλο, χώμα χαρουπιού, κρέμα λεμονιού και μους ελληνικού καφέ.

Στο Μαιτρ και Μαργαρίτα, στο Domes Novos Santorini, μία από τις γλυκές προτάσεις είναι το μπισκοτολούκουμο, όπου πάνω σε μια πανακότα από συριανό λουκούμι και δίπλα σε μαρμελάδα από κόκκινα φρούτα, προστίθεται παγωτό και τρίμμα από ελληνικό καφέ.
Παραμένοντας στη Σαντορίνη αλλά και στα επιδόρπια, στο Fly Away του West East Suites, ο σεφ Χρήστος Κανουλάς κλείνει την αλληλουχία των πιάτων του με μια ελληνική εκδοχή του τιραμισού, με κρέμα πετιμέζι και ελληνικό καφέ, συν μουστοκούλουρο σε ελληνικό καφέ, μαζί με παγωτό από Βινσάντο.


Τα βραβευμένα πιάτα του Αθηναγόρα Κωστάκου και του Πάνου Τσίκα (Βραβείο Ελληνικής Κουζίνας 2026 από το αθηνόραμα) στο μυκονιάτικο σουξέ που ακούει στο όνομά Noema, διαδέχονται τα εξαιρετικά επιδόρπια του Σπύρου Αρτελάρη. Καθιερωμένο και εξόχως λαοφιλές, το "τιραμισού" με παγωτό ελληνικού καφέ.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


