Μια εποχή όχι τόσο μακρινή, τα πράγματα ήταν σχετικά απλά όταν έβγαινες. Σε περίπτωση που επιθυμούσες να πιεις πήγαινες στο μπαρ, στη συνθήκη που ήθελες να φας κατευθυνόσουν στο εστιατόριο. Ναι, σύμφωνοι, στο εστιατόριο πάντα μπορείς να πιεις -πλέον- το κάτι τις σου, στο μπαρ θα συνοδεύσεις ό,τι υπάρχει στο ποτήρι με μικρές μπουκιές σχεδιασμένες να είναι νόστιμες αλλά ευκόλως λησμονήσιμες, σαν έναν random κομπάρσος στην όποια βραδινή ή απογευματινή έξοδο.
Όμως η άνοδος της κουλτούρας των κοκτέιλ, τα υβριδικά μοντέλα εστίασης και η επιθυμία προσφοράς ενός πληρέστερου πακέτου στους επισκέπτες (και μην κοροϊδευόμαστε, η αύξηση του τζίρου, κατ' επέκταση, για τους επιχειρηματίες) έφεραν στο προσκήνιο νέα ήθη και έθιμα στα μπαρ - όπως αντίστοιχα και στα εστιατόρια, όπου σχεδόν παντού πια υπάρχει και μία πολύ αξιόλογη λίστα με ποτά, συνήθως με την υπογραφή κάποιου αρκετά δυνατού ονόματος από το σύμπαν του bartending.
Αλλά ας μείνουμε στα μπαρ, όπου αυτή η μετατόπιση 'βγάζει' απόλυτο νόημα. Αφού είχε καταβληθεί τόση προσπάθεια για να αποκατασταθεί το κοκτέιλ ως μορφή τέχνης μετά από χρόνια φτηνών τρικ και αμφιλεγόμενων ποτών, η συνολική εμπειρία του μπαρ έπρεπε να είναι εξίσου εκλεπτυσμένη. Μπάρες λαξευμένες στο χέρι άρχισαν να λάμπουν σε χώρους lovingly restored που θα έλεγαν και στο χωριό μου, ώστε να αναδεικνύουν καλύτερα εκείνο το τέλεια shaken, not stirred Μαρτίνι ή τα αψεγάδιαστα highballs με ιαπωνικά ουίσκι και στιβαρά, μεγάλα παγάκια.

Το φαγητό έγινε ακόμη ένα ατού στο οπλοστάσιο, σε μια μάλλον αόριστη (έως τώρα τουλάχιστον) υπόκλιση προς τη λογική του σνακ. Του bar food, αν προτιμάς. Κάπου εκεί, εμφανίστηκε η gastropub. Περίπου παράλληλα, τα resto bars, τα wine bars αλλά και τα καθαρόαιμα μπαρ, που προσέχουν πολύ το φαγητό τους, σε παράλληλη ευθυγράμμιση με ό,τι συμβαίνει στα κορυφαία ποτάδικα του πλανήτη. Πλέον, ένα φρέσκο κύμα δείχνει να υψώνεται στα αθηναϊκά νερά της νύχτας και αυτό είναι εκείνο των dining bars (δε μετράμε σε αυτά τις izakayas, καθώς αυτές είναι ένα άλλο έργο).
Χώροι που γεφυρώνουν ιδανικά το χάσμα ανάμεσα στο εστιατόριο και το μπαρ και προσφέρουν ολοκληρωμένα, ποιοτικά μενού φαγητού παράλληλα με μια προσεγμένη και πλήρη λίστα ποτών - αλλά δεν είναι bar-restaurants. Εδώ μπορείς να απολαύσεις κοκτέιλ, κρασί ή μπύρα χωρίς να χρειαστεί να διαλέξεις ανάμεσα σε "φαγητό ή ποτό", καθώς τα έχουν όλα, στον ίδιο χώρο, υπό το κόνσεπτ που δεν 'γερνει' προς το εστιατόριο αλλά έχει μέσα του αρκετό από αυτό.
Ο σχεδιασμός τους, γενικότερα, είναι bar-centric. Έχουν χαλαρή αλλά κοινωνική ατμόσφαιρα -μακριά δηλαδή από το 'αυστηρό' ύφος ενός ρεστοράν- και ενθαρρύνουν τη συνύπαρξη του να πίνεις (κυρίως, η λογική είναι συχνά cocktail-first), να τρως, να συζητάς, να διασκεδάζεις και τελικά να μένεις περισσότερο απ’ όσο είχες υπολογίσει ή πιο λίγο πιο πολύ από όσο θα καθόσουν σε ένα μπαρ. Χώροι που προσαρμόζονται στη διάθεση, την ώρα και την παρέα, χωρίς όμως να σε αναγκάζουν να διαλέξεις ρόλο ανάμεσα σε θαμώνα μπαρ ή πελάτη εστιατορίου.
Αρκετά χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Koumkan, στο ξενοδοχείο Semiramis, με casual chic αύρα, κινηματογραφική ατμόσφαιρα, μπιτάτη αλλά μετρημένη μουσική, περιποιητικό προσωπικό και προσεγμένα μενού σε ποτό και φαγητό.



Εξόχως αντιπροσωπευτικό της 'κατηγορίας', το Second Child στο Ψυχικό. Μεσοτοιχία με το Sanchez, το εν λόγω φρέσκο σποτ υπηρετεί 3+1 βασικές θεματικές: Εκείνες του ποτού, του κρασιού και του φαγητού, συν τη μουσική. Εντός της μπάρας του, ο bartender Αναστάσης Νίκας -που ίσως γνωρίζεις από το μυκονιάτικο σουξέ Noema- παρουσιάζει μια κάρτα με 8 signature ποτά (και δύο ακόμη δίχως αλκοόλ), στη λογική των κλασικών με twists, στα οποία έχει επενδύσει χρόνο και προσοχή, ιδέες και τεχνικές.
Στο πεδίο του φαγητού στο Second Child, ο σεφ Θάνος Ζαμπούνης (με θητεία σε κουζίνες της Ευρώπης αλλά και πέρασμα από τον αξιόλογο Tsifti των Ιλισίων) υπογράφει ένα family style μενού που επικεντρώνεται στο bar food, πάντοτε όμως με φρέσκια πρώτη ύλη και πιστός στις επιταγές της εποχικότητας.


Στο εν λόγω universe θα μπορούσε να ενταχθεί και το -επίσης σχετικά φρέσκο- Son Athens στην Ηλιούπολη, στον χώρο του πάλαι ποτέ δημοφιλέστατου Geluk, που έχει αναγεννηθεί πλήρως. Η οινική ταυτότητα, υπό την επιμέλεια του Πάνου Γιαννάκου, δίνει έμφαση στον ελληνικό και νοτιοαμερικανικό αμπελώνα, με περίπου 50 ετικέτες σε πρώτη φάση, πλαισιωμένες από διαλεγμένες ευρωπαϊκές επιλογές. Στην κουζίνα, ο σεφ Δημήτρης Κατσάνος υπογράφει ένα μενού που ξεκινά από το πρωινό microbakery brunch και εξελίσσεται το απόγευμα σε bar food εμπνευσμένο από τη Λατινική Αμερική.
Δε θα μπορούσα να αφήσω έξω από μια τέτοια λίστα και το πολύ αξιόλογο Via Maris, στου Ψυρρή. Το Via Maris πιάνει πόστο στην ήσυχη και περίπου κρυμμένη οδό Μίκωνος, σε απόσταση αναπνοής από τη βασική περαντζάδα της γειτονιάς του αλλά παράλληλα και αρκετά 'μακριά' από αυτή - ξέρεις, εκείνο το πολυσύχναστο κομμάτι του Ψυρρή που ενώ διαθέτει ζωντάνια, αλεγρία και πλήθος κόσμου, μοιάζει να στερείται πιο προσωπικά στέκια από εκείνα που 'έχουν ψυχή΄.


Ακριβώς εδώ έρχεται να μπει το Via Maris, που συστήνεται ως μια χαλαρή και feelgood βερμουτερία και tapas bar - ενδεχομένως να σου θυμίσει το κόνσεπτ εκείνων των ανοιχτόκαρδων σποτ που συναντάς κυρίως στην Ιβηρική χερσόνησο ή σε κάποιες μητροπόλεις της Ευρώπης. Στο drinking πεδίο, το βερμούτ έχει την τιμητική του, σε κοκτέιλ ή με κάποιο mixer, ενώ στο φαγητό ακολουθείται η λογική των μικρών αλλά πολύ νόστιμων πιάτων.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, το Instagram και το TikTok.

