Τα wine bars της πόλης αυξάνονται και πληθύνονται. Το κέντρο μετράει ήδη πέντε και περιμένει κι άλλα. Με το κρασί να πιάνει μπάρα, ταράτσα και πεζοδρόμιο, ένα νέο winestyle διαμορφώνεται σιγά σιγά: ανεπιτήδευτο, προσιτό και διαδραστικό.

Αν μου έλεγε κάποιος πριν από πέντε χρόνια ότι θα έβλεπα σε ένα αθηναϊκό μπαρ τόσο κόσμο με κοινό «αξεσουάρ» ένα (κολονάτο) ποτήρι κρασί, μάλλον θα τον περνούσα για παρανοϊκό. Κι όμως. Εν μέσω κρίσης, με την εγχώρια κατανάλωση κρασιού να κινείται πτωτικά (η ICAP υπολογίζει το μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης στο 2,9%), με το χύμα να ’χει γίνει σχεδόν μονόδρομος στις ταβέρνες, συμβαίνει κάτι εκ πρώτης όψεως παράδοξο: τα wine bars ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Η αρχή έγινε με το «Oinoscent» (Βουλής 45-47, 2103229374) στο Σύνταγμα το 2008 και ακολούθησαν το «Fabrica de Vino» (Εμμ. Μπενάκη 3, 2103214148) στην Ομόνοια, το «Wine Point» (Αθ. Διάκου & Πορινού 2, 2109227050) στην Ακρόπολη και η ταράτσα του «Tram Wine Station» (Μαυρομιχάλη 168, 2106459094) στα Εξάρχεια, το οποίο τώρα διαμορφώνει και τον εσωτερικό του χώρο. Με τελευταία άφιξη το «Heteroclito» (Φωκίωνος 2 & Πετράκη 30, 2103239406) απέναντι από τη Μητρόπολη αλλά και με ένα νέο wine bar στη Στοά Ράλλη στα σκαριά, το κέντρο γίνεται σταδιακά τοπίο οινικού bar hopping. Μια νέα κοινότητα σχηματίζεται: οι οινόφιλοι της διπλανής πόρτας. Το κρασί δεν είναι πια απόμακρο, αλλά casual, καθημερινό.

«Ανέκαθεν ο κόσμος είχε ενδιαφέρον για το κρασί, απλώς δεν είχε την ευκαιρία να το δοκιμάσει λόγω των τιμών του», λέει ο Νεκτάριος Κεφαλάς, ιδιοκτήτης του «Fabrica de Vino», εξηγώντας και την τακτική τους να σερβίρουν εκτός από τα 150 ml και ποτήρι των 75 ml – για περισσότερες δοκιμές. «Θέλαμε να… εκδημοκρατίσουμε το κρασί», αναφέρει ο Ξενοφών Σταυρόπουλος του «Wine Point», πάλι, περιγράφοντας την πρότερη κατάσταση ως τρόπον τινά «ολιγαρχική». Όντως, αν η πιο τυπική/τελετουργική εικόνα του κρασιού με τις ορολογίες έχει την τάση να φοβίζει, η ευέλικτη, χωρίς δογματισμούς προσέγγιση των wine bars φαίνεται να δουλεύει.

Είναι απλό: όταν έχει κάποιος τη δυνατότητα με € 3,50-5,50 να χαλαρώσει με ένα ποτήρι Merlot μετά τη δουλειά ή να ανοίξει με τους φίλους του ένα οικονομικό ή μέσης τιμής μπουκάλι χωρίς να το πολυσκεφτεί, τσιμπολογώντας παράλληλα τυριά, αλλαντικά ή tapas, μπορεί να προτιμήσει το κρασί από το σκληρό αλκοόλ. Όταν μπορεί να δοκιμάσει διαφορετικές ποικιλίες, τις δοκιμάζει χωρίς να χρειάζεται να αναλύσει πρωτογενή και δευτερογενή αρώματα, οξύτητες και τανικότητες. Τα προτεινόμενα κρασιά είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα εγχώρια. Ακόμη και το παλιότερο «Wine Gallery» στον Άλιμο (Λεωφ. Αλίμου 109, 2109959544), που είχε πιο πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα, αυτήν τη στιγμή αναδιαμορφώνει την κάβα του με ελληνική κατεύθυνση – γεγονός που σημαίνει ότι περισσότεροι μικροί παραγωγοί και άγνωστες στο κοινό ποικιλίες, εκτός πεπατημένης, όπως ο Τσαπουρνάκος, η Μαύρη Κουντούρα, ο Τινακτορώγος ή το Χυδηριώτικο, βρίσκουν το δρόμο τους προς το κοινό.

Το γεγονός δε ότι το Νέο Ψυχικό διαθέτει τώρα πλέον ένα πολύ δημοφιλές wine bar εστιασμένο στο Prosecco, το «Οmbra» (Ολυμπιονικών 220 & Λυκούργου, 2106711320), το οποίο συνδυάζει πολύ ενδιαφέρουσες ετικέτες με αμιγώς ιταλικά συνοδευτικά σε καθόλου απαγορευτικές τιμές, δείχνει ότι το αθηναϊκό τοπίο εξελίσσεται. Και ότι έχει χώρο για νέες οινικές συνήθειες – ακόμη και για… ιταλικό aperitivo. Με συχνές αλλαγές στις λίστες τους και γευσιγνωσίες, κρασιά/κτήματα του μήνα και άλλες τακτικές προώθησης αλλά και με την παράλληλη λειτουργία τους στις περισότερες των περιπτώσεων ως κάβες (μπορείς να πάρεις κρασί και για το σπίτι), τα wine bars βάζουν όλο και περισσότερους και νεαρότερους –σημαντικό και αυτό!– στη διαδικασία. Δημιουργούν ένα πλέγμα σχέσεων χτίζοντας ακριβώς πάνω σε αυτό το νέο πεδίο της προσβασιμότητας. προφανώς η συνέχεια εναπόκειται στον χρήστη.

Ακόμη πάντως κι αν ο τελευταίος έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα cut από εικόνες (ποικιλίες, τύποι κρασιών κ.λπ.) που δεν ξέρει πώς να συνδέσει, μπορεί να ρωτήσει. Το νέο winestyle είναι από τη φύση του πιο επικοινωνιακό, πιο διαδραστικό, πιο ανεπιτήδευτο... Αυτό είναι και το ατού του: ένα άλλο πάρε δώσε. Δεν θέλει πολύ να μπει κάποιος στο παιχνίδι και την επόμενη φορά, αντί για ποτό, να παραγγείλει ένα ποτήρι κρασί. Όσο περισσότερα κρασιά δοκιμάζει τόσο πιο κοντά είναι στο να βρει τι του αρέσει. και για ποια στιγμή.