Με κάδρο την αεικίνητη Εμμανουήλ Μπενάκη, τις περικοκλάδες που χαμηλώνουν τον καλοκαιρινό ήλιο πάνω από τα τραπεζάκια του πεζοδρομίου και εκείνη την αδιόρατη, μποέμ ενέργεια που εξακολουθεί να διατρέχει τα Εξάρχεια, η "Λέσβος" παραμένει εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα ένα από τα ελάχιστα καθαρόαιμα ουζερί της Αθήνας, πιστό όχι απλώς στις γεύσεις και στα προϊόντα του νησιού, αλλά κυρίως σε έναν ολόκληρο κώδικα φιλοξενίας, συντροφικότητας και αβίαστης μεζεδοκατάνυξης που οι νεότερες εκδοχές του είδους συχνά επιχειρούν να αναπαραγάγουν, χωρίς πάντοτε να καταφέρνουν να συλλάβουν την ουσία του.

Εδώ δεν υπάρχουν σκηνοθετημένες αναφορές στο παρελθόν ούτε διακοσμητικές νοσταλγίες κατασκευασμένες για τις ανάγκες ενός concept. Το μωσαϊκό, οι καρέκλες παλιού καφενείου, οι γκραβούρες της Μυτιλήνης, οι γυάλινες λάμπες, το γραμμόφωνο, το τζουκμπόξ και η παλιά βιτρίνα με τα τρόφιμα δεν λειτουργούν ως vintage curiosités, αλλά ως οργανικά κομμάτια μιας ιστορίας που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και συνέχισε σχεδόν ανέγγιχτη από τις εναλλαγές της αθηναϊκής εστίασης, διατηρώντας τον χώρο απροσποίητα οικείο, φιλόξενο και γεμάτο από εκείνη τη ζεστασιά που σε κάνει να νιώθεις άνετα προτού ακόμη φτάσει το πρώτο πιάτο και ανοίξει στο τραπέζι η πρώτη παγωμένη Coca-Cola.

Χάρη στη στρατηγική του θέση, ανάμεσα σε γραφεία, σχολές, θέατρα και τις καθημερινές διαδρομές της γειτονιάς, εξακολουθεί να συντηρεί ένα απολαυστικά ετερόκλητο κοινό, με δικηγόρους και φοιτητές, παλιούς θαμώνες και νεότερες παρέες, ανθρώπους του πολιτισμού, εργαζομένους της περιοχής και επισκέπτες της πόλης να συνυπάρχουν στα διπλανά τραπέζια, επιβεβαιώνοντας ότι τα πραγματικά τίμια μαγαζιά δεν χρειάζονται επανεφεύρεση, παρά μόνο συνέπεια, καθαρές προθέσεις και σεβασμό σε όσα τα έκαναν εξαρχής αγαπητά.

Τη σκυτάλη παίρνει ένα μενού φουλ της ελληνικότητας με έμφαση στη Λέσβο, με τα ψάρια ημέρας, τα παστά, τα μαρινάτα και τα προϊόντα του νησιού να κρατούν τον πρώτο ρόλο, ενώ η λακέρδα, η κουτσομούρα με φρέσκια ντομάτα, το καπνιστό σκουμπρί, το χταπόδι στη σχάρα, το φρέσκο καλαμάρι και η αέρινη ταρμαοσαλάτα αρθρώνουν έναν γευστικό λόγο απλό αλλά όχι απλοϊκό και προσηλωμένο στην καθαρότητα της πρώτης ύλης, με τη γεύση μιας Coca-Cola να ισορροπεί απολαυστικά την αλμύρα και την ένταση των θαλασσινών μεζέδων.

Από εκεί και πέρα, οι μυρωδάτοι κολοκυθοκεφτέδες, τα ντολμαδάκια, η φάβα, τα ρεβίθια, και ο μπακαλιάρος σκορδαλιά λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στα πρώτα πιατάκια της ουζοποσίας και στα πιο χορταστικά χαρτιά του καταλόγου, δίνοντας παρεΐστικο spin σε ένα τραπέζι που θα μεγαλώσει όσο προχωρά η βραδιά.

Κάπου ανάμεσα στις μπουκιές και στις κουβέντες που αποκτούν σιγά σιγά τη δική τους χαλαρή ροή, μια ακόμη παγωμένη Coca-Cola έρχεται διακριτικά να συμπληρώσει τη σύνθεση, φέρνοντας τη γνώριμη δροσιά που ταιριάζει στα ανεπιτήδευτα καλοκαιρινά τραπεζώματα και σε εκείνες τις παρέες που δεν αισθάνονται την ανάγκη να αποφασίσουν από πριν πότε ακριβώς θα σηκωθούν.

Εμμανουήλ Μπενάκη 38, Αθήνα, 2103814525