Προκύπτει μια ανάγκη τελευταία στην Αθήνα, με την εξάπλωση των "καφενείων" που ανοίγουν μεσημέρι και δε σερβίρουν καν καφέ, να αλλάξουμε ίσως τα λεξικά, για να αποτυπώσουμε τα νέα νοήματα λέξεων που έχουν αποσυντονιστεί απ’ τα κανονικά τους.
O "Φλάρος", που άναψε τις φλόγες του πριν από μερικούς μήνες στο Παγκράτι, είναι άλλη μια τέτοια περίπτωση, αφήνοντας όμως τις τυπολατρικές ανησυχίες στην άκρη, αυτό το "καφενείο" του Στράτου Βλασσόπουλου, με τις μεγάλες τζαμαρίες που αχνοφαίνονται πίσω απ’ τις νεραντζιές της ήσυχης οδού Δαμάρεως, το μωσαϊκό στο πάτωμα της μονοκόμματης σάλας και τα old school ξύλινα τραπεζοκαθίσματα με το μαρμάρινο καπάκι, είναι – στο εικαστικό κομμάτι, τουλάχιστον – καφενείο όνομα και πράγμα.


Δεν είναι βέβαια μόνο η εικόνα του που ταιριάζει στο καλούπι αυτό, αλλά κι η αύρα από ραχάτι που το διατρέχει, θυμίζοντας φοιτητικό στέκι με εναλλακτική κατεύθυνση και αρκετούς πιστούς επισκέπτες: το βράδι που τον επισκεπτόμαστε, εν μέσω μακράς απεργίας ταξί, ο "Φλάρος" είναι σχεδόν γεμάτος με κόσμο που έχει συγκεντρωθεί για "φαγητό, τσίπουρο, κρασί, σουσού", όπως αναγράφει η τζαμαρία, υπό ήχους ταιριαστούς με το concept: Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας, Ορφέας Περίδης, Αλκίνοος Ιωαννίδης και η λοιπή συνομοταξία, δίνουν ήχο και ρυθμό στη χορογραφία της σάλας και της κουζίνας.

Μια κουζίνα που μοιάζει φτιαγμένη εκ των ενόντων, με τρεις μαγείρους στρυμωγμένους μπροστά σε μια μικρή, μπαρουτοκαπνισμένη σχάρα απιθωμένη στη γωνιά, τη μασίνα κολλητά στο πλάι (μια ξυλόσομπα, δηλαδή, με θέσεις για ταβάδες στο σπλάχνο της και μαντεμένια πλάκα από πάνω) και ενδιάμεσα σε πάσο και μαγείρους, μια μικρή νησίδα πνιγμένη σε κουβάδες με μυριστικά, λεμόνια, λαβίδες, μπιμπερό κι άλλα μαγειρικά παραφερνάλια.
> Διαβάστε την αναλυτική κριτική του 'α' για τον Φλάρο εδώ.
