Η πιθανότερη απάντηση είναι ότι το έβρισκα μακριά. Είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό. Ή, ίσως, ότι δεν έβλεπα αρκετά posts, stories, reels στο insta να μου το υπενθυμίζουν. Είναι το δεύτερο που μου έρχεται στο μυαλό. Όποια και να είναι η αιτία, το λάθος αυτό δεν θα επαναληφθεί, το υπόσχομαι στον εαυτό μου καθώς σκέφτομαι από τη μια το καταπληκτικό deck, όχι δίπλα στο νερό, καλύτερα "επάνω στο νερό", και από την άλλη εκείνο το σασίμι μαγιάτικο με φρέσκο κρεμμυδάκι, yuzu και jalapenos.

Θα πάρω τα πράγματα από την αρχή. Πρώτα απ’ όλα λοιπόν τα Kohylia έχουν μια πολύ ευχάριστη grandiosità που μου λείπει πολύ από τα περισσότερα καινούρια εστιατόρια της πόλης, όπου συνήθως πάει το μωσαϊκό σύννεφο μαζί με τις λεπτομέρειες από εμφανές τσιμέντο. Δεν λέω, ωραία είναι και αυτά, καλά κάνουν οι αρχιτέκτονες και οι interior designers να "επανερμηνεύουν τις αρχές του αστικού μινιμαλισμού" περιορίζοντας ταυτόχρονα και το budget, όμως διαφορετικό συναίσθημα δημιουργεί ένας χώρος με αληθινή αύρα πολυτέλειας, όχι της "επανερμηνευμένης", αλλά της κλασικής, όπως τη μάθαμε και την ξέρουμε.

Η αίσθηση του περιορισμένου budget, του μετρημένου pnl, απέχει από τα Kohylia χιλιόμετρα, πιο πολλά απ’ όσα απέχει το Grand Resort από το σπίτι μου στο Νέο Ψυχικό. Φαίνεται στο χώρο, αλλά και στα υλικά που χρησιμοποιεί στην κουζίνα του ο executive chef Χρύσανθος Μανωλόπουλος, ο ιδανικός οικοδεσπότης για τα Kohylia. Φιλόξενος και διακριτικός, με τη χαρακτηριστικά αστική, χαμηλών τόνων ευγένεια, ενός ανθρώπου που δεν έχει άγχος να αποδείξει το παραμικρό. Ο Χρύσανθος ως executive chef του resort έχει την ευθύνη όλων των εστιατορίων που υπάρχουν εδώ, ανάμεσα στα οποία τα Kohylia – αντιλαμβάνομαι – έχουν ξεχωριστή θέση.

Συζητώντας μαζί του για το μενού βλέπω πολύ καλά το προσωπικό ενδιαφέρον του chef που ξέρει ποια είναι η ιστορία που θέλει να πει εδώ. Μια ιστορία που ξεκινάει με εξαιρετικές πρώτες ύλες, συνεχίζεται με τεχνικές που προδίδουν χρόνια εμπειρίας, και καταλήγει σε πιάτα υψηλής γευστικής ευκρίνειας. Όπως το άψογο σασίμι μαγιάτικο που – όπως φάνηκε ήδη από τη δεύτερη παράγραφο – βρίσκεται πλέον στο πάνθεον των καλύτερων γευστικών μου αναμνήσεων. Κάπου εκεί δίπλα του είναι και η καραβίδα με σιφόν καλαμποκιού και γλυκοπατάτα. Και τα δύο πιάτα φανερώνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχει στην κουζίνα του Μανωλόπουλου η ισορροπία εντάσεων και υφών. Ξεχωριστή θέση στο μενού – και πολύ σωστά – έχει και η ρομπάτα. Δοκιμάσαμε το κοτόπουλο yakitori και το μοσχάρι kushiyaki. Και στις δύο περιπτώσεις η ρομπάτα είχε αφήσει το δικό της αποτύπωμα με τη διακριτικά καπνιστή ένταση που κάνει την πρώτη ύλη πιο εκφραστική. Στο κοτόπουλο yakitori, η miso πραλίνα στρογγυλεύει ευχάριστα, ενώ στο kushiyaki μοσχάρι το γαλάκτωμα yuzu φέρνει την απαραίτητη οξύτητα και φρεσκάδα.

Το ψάρι ημέρας ήταν τσαούσι σε beurre blanc, γλασαρισμένο με σάλτσα miso. Δίπλα του σοταρισμένο σπανάκι. Το ψήσιμο ήταν υποδειγματικό, η beurre blanc έφερνε τη δική της ευρωπαϊκή, βουτυράτη οξύτητα, ενώ η σάλτσα miso προσέθετε βάθος και ασιατικά χρώματα. Μια ενδιαφέρουσα συνάντηση Δύσης και Ανατολής όπου όλα ήταν στη θέση τους: η οξύτητα, η λιπαρότητα, η ελαφριά γλυκύτητα. Με το ψάρι, φυσικά, στο επίκεντρο. Κλείσαμε το δείπνο με μια πρόταση του Χρύσανθου: τον αστακό thermidor σε μια ελαφρώς πιο ασιατική παραλλαγή. Δεν είναι πιάτο που βρίσκεται σταθερά στο μενού, καθώς έχει να κάνει με τη διαθεσιμότητα της κατάλληλης πρώτης ύλης. Αν το βράδυ που βρεθείτε στα Kohylia σας το προτείνουν, μην κάνετε το λάθος να το αρνηθείτε. Θα χάσετε την ευκαιρία να δημιουργήσετε μία ξεχωριστή γαστρονομική ανάμνηση που θα είναι μαζί σας για καιρό…