Διεύθυνση:
Tηλ:
Τιμές:
€45 - €60
Ίσως τον αναγνωρίσετε τον Λου, τον Αλέξη Λουμιώτη, δηλαδή, ιδιοκτήτη και μετρ του "Στου Λου", που από τις πρώτες μέρες που άνοιξε πριν από σχεδόν δυο χρόνια, έγινε εστιατορικό darling του Κεραμεικού και του ευρύτερου αθηναϊκού κέντρου. Πρόσχαρος, ευγενής και αεικίνητος, υποδέχεται τον κόσμο με θέρμη στην είσοδο και τον ξεναγεί στη φιλοσοφία του μαγαζιού καθώς τον καθίζει στο τραπέζι. Η άνεσή του είναι ολότελα φυσική, αλλά και δουλεμένη σε σάλες μεγάλες και μικρές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με πιο επιφανή εντός συνόρων σταθμό τη θητεία του ως μετρ στο "Vezene Athens".

Εκεί, βέβαια, θα τον συναντούσατε κοστουμαρισμένο στην πένα, με γραβάτα και μανικετόκουμπα. Εδώ, "Στου Λου", θα σας υποδεχτεί στο σπίτι του. Όχι το πραγματικό, προφανώς, αλλά το εστιατορικό, μια που το κοσμαγάπητο αυτό στέκι είναι ο καρπός του πάθους του για τη φιλοξενία και την περιποίηση αφενός, το φαγητό και το κρασί αφετέρου. Με το κρασί, μάλιστα, να έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του, αλλά και στη σάλα του: δε γίνεται να μην προσέξετε, καθώς μπαίνετε στο ζεστό χώρο με τη μεγάλη τζαμαρία προς την πάροδο της Κωνσταντινουπόλεως, τις φιάλες σαμπάνιας που έχουν μετατραπεί σε λαμπατέρ πάνω από τη μπάρα, τα βαρέλια κρασιού που έχουν κοπεί για να γίνουν φωτιστικά οροφής, ή τους αμέτρητους φελούς πάνω από τις βιτρίνες των ποτηριών.

Η δε κάβα του αριθμεί μερικές εκατοντάδες φιάλες, που καλύπτουν όλο το φάσμα της οινικής απόλαυσης, τόσο τιμολογιακά όσο και ποιοτικά – εδώ θα βρείτε κρασιά από 20 έως 2000 ευρώ, παλιές ελληνικές χρονιές, αλλά και σημαντικές διεθνείς ετικέτες, που σερβίρονται ακομπλεξάριστα ταιριασμένες με πιάτα από την ελληνική παράδοση, άλλοτε στην πιο καθαρή εκδοχή της, άλλοτε αναθεωρημένη από τον σεφ Γιάννη Γαλανόπουλο, με βλέμμα περιπετειώδες και χέρι εγκρατές, ακόμη και στις πιο ασταθείς εμπνεύσεις του.

Όχι πέρισσότερα από 20 πιάτα μετράει το μενού, που ανανεώνεται σχετικά συχνά, ακολουθώντας τις εποχές, κι εναλλάσσει σοφιστικέ συνοδευτικά για το κρασί – σκεφτείτε μπρι από το Άργος, με ελληνική τρούφα σε πάστα και νιφάδες, ή ψητά αχλάδια με κρητική μυζήθρα και φουντούκια –, με μεγαλύτερα πιάτα μοιρασμένα ισότιμα ανάμεσα σε γη και θάλασσα. Όλα έρχονται στα σοκολά ξύλινα τραπέζια συντονισμένα με το πνεύμα των καιρών, για σερβίρισμα στη μέση, η κουζίνα όμως προσφέρει κι αυτήν την παλιακή αβρότητα των μισών μερίδων, κρατώντας ζωντανό το νήμα που συνδέει το μοντέρνο wine restaurant με το παραδοσιακό οινομαγειρείο.

Εμείς ξεκινήσαμε με τα μοντέρνα, πάντως, ανοίγοντας με το μόνο ωμό του μενού: ένα πελαγίσιο λαβράκι μαρινάτο, που είχε αφράτο δάγκωμα στη μπαμπάτσικα φιλεταρισμένη σάρκα του κι ακόμη απολαυστικότερη τη λιχούδικη, με ορεκτική πυκνότητα κι ωραία ισορροπία γλύκας-κάψας μαρινάδα του από περγαμόντο, πορτοκάλι και καυτερή πιπεριά: τόσο αρωματική και νόστιμη, που την έτρωγες και σκέτη με το κουτάλι.

Στα θέλγητρα της θάλασσας μας κράτησε και ο λαχανοντολμάς, που γεμίζεται με ρύζι και γαρίδα, και μαγειρεύεται σε ζωμό από τα καρκάσια της γαρίδας πριν τελειώσει στη θράκα, κληρονομώντας έτσι γεύση πλούσια και σαφώς πιο εκφραστική απ’ όση θα έδινε μόνη της στη μπουκιά η ωραία μελωμένη, μυρωδάτη γέμιση. Το όλον, μάλιστα, στη συνέχεια σκεπάζεται όχι από αυγολέμονο, αλλά από σάλτσα με βούτυρο καραβίδας – ίσως λίγο παραπάνω βούτυρο απ’ όσο καραβίδα, πράγμα που στερεί φινέτσα, αλλά προσθέτει comfort στροφές και λιχούδικη νοστιμιά.

Λίγη παραπάνω φινέτσα θα ωφελούσε και τη μακαρονάδα του "Λου" (ζυμαρικά πίτσι, κάπου ανάμεσα στα bucatini και τα udon, με κιμά προβατίνας και κρέμα από στάκα, Μετσοβόνε και μυζήθρα), ένα πιάτο πληθωρικό όπως του πρέπει, αλλά λίγο μπουκωτικό στα τυριά του, που σκεπάζουν τη λιπαρή αβρότητα του κρέατος. Αντιθέτως, η λιχούδικη νοστιμάδα ήταν που μας έλειψε από το ιμάμ, που γίνεται με μελιτζάνα τσακώνικη μαγειρεμένη σε τρία στάδια (τηγάνι, σχάρα, φούρνο), αλλά η γέμισή της με σάλτσα από σιγομαγειρεμένα κρεμμύδια θα μέλωνε καλύτερα με λίγο ακόμη σιγομαγείρεμα.

Κάποιοι μαγειρικοί νεοτερισμοί άλλοτε δεν πείθουν ακριβώς για την ευστοχία των συνθέσεών τους (ο άριστα ψημένος κέφαλος, για παράδειγμα, που έρχεται με μια μάλλον άνευρη σάλτσα μπουρδέτου στο πλάι, θα είχε πολλά περισσότερα να πει με ένα πικάντικο λάδι ντομάτας, ή ένα καλό εξ. π. ελαιόλαδο), κι άλλοτε προδίδουν έναν βαθμό ανασφάλειας (όπως λόγου χάρη η ωραία χυλωμένη, νόστιμη και αρωματική ρεβιθάδα, που για να πλουτίσει ως σύνθεση, συνοδεύεται από ένα πολύ σωστά ψημένο, αλλά άσχετο με το θέμα καλαμάρι, με μαστιχωτό και βουτυρένιο δάγκωμα στη γλυκιά του σάρκα).

Τα κλασικά του μενού, όμως, χαρίζουν ωραίες στιγμές: το τσιγαριαστό κατσικάκι, αν και λίγο εγκρατές σε οξύτητες, λιώνει στο στόμα, το γαμοπίλαφο, αν και κομμάτι αλμυρό, έχει πλούσια και μεστή βουτυράδα, ο δε κοκκινιστός κόκορας με χυλοπίτες (ως αλέκτωρ Μονεμβασιάς εμφανίζεται στο μενού), έχει γεύση βαθιά και στρογγυλάδα που σε ταξιδεύουν στο χωριό.

Το φινάλε μας το γράψαμε με γαλατόπιτα πιο τυρένια απ’ όσο της έπρεπε, με σάλτσα κανέλας και σπιρτόζικο παγωτό μπαχαρικών στο πλάι, και ένα πληθωρικό προφιτερόλ με ανάλαφρα, μπαμπάτσικα σουδάκια (μάλλον σουδάρες, για την ακρίβεια), σκεπασμένα με αμαρτωλή ποσότητα σάλτσας σοκολάτας.
Η επίσκεψη του κριτικού έγινε στις 24/09.
ΣΤΟΥ ΛΟΥ, Κωνσταντινουπόλεως 104, Κεραμεικός, 2104449362. Ώρες λειτουργίας: Τρι – Παρ: 6.30μμ – 1πμ, Σαβ: 1.30μμ – 1πμ, Κυρ: 1.30μμ – 7μμ. Τιμή: €45 – 65 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους. Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι.