Αυτό θα πει αλλαγή κατεύθυνσης: έφυγε στη Μαδρίτη για να σπουδάσει χορογραφία και γύρισε διπλωματούχος μετρ και σομελιέ. Τη γνώρισα στο καινούργιο coffee/wine/tapas bar «Harvest». Με κέρασε ένα ποτήρι Tempranillo και μια ιστορία.

Τον τρόπο με τον οποίο κινούνται –ή στέκονται– άνθρωποι, πιάτα, μπουκάλια και ποτήρια κρασιού σε μια σάλα εστιατορίου τον έχω σκεφτεί αρκετές φορές σαν μια ενορχήστρωση. Ή σαν χορογραφία. Στην περίπτωση της Ευαγγελίας Κοντοπούλου ο συγκεκριμένος παραλληλισμός έχει και κυριολεκτικό back-up. Η σχέση της με το χορό ξεκίνησε όταν ήταν τεσσάρων χρόνων. Άρχισε με κλασικό μπαλέτο, συνέχισε με jazz, ώσπου «κόλλησε» με το latin. τόσο ώστε στα είκοσι τρία της να πάρει μια βαλίτσα και να φύγει για τη Μαδρίτη για να παρακολουθήσει σεμινάρια χορού για επαγγελματίες χορευτές. Παράλληλα έπρεπε να δουλεύει. Υπήρχε λοιπόν και μια δεύτερη «σκηνή»: το wine/tapas bar που έστησαν στη Huertas –από τους πλέον διάσημους δρόμους της Μαδρίτης– ένας μετρ/εισαγωγέας κρασιού, μια σομελιέ κι ένας νεαρός σεφ. Στο «Casi en Huertas» το οποίο διακρίθηκε ως η καλύτερη άφιξη tapas & wine bar στην πόλη, η Ευαγγελία έμαθε πολλά για τον κόσμο του σέρβις. και του κρασιού. Το γυάλινο κελάρι κάτω από τη σάλα το βάφτισε «δωμάτιό της». «Κρυβόμουν εκεί και χάζευα ετικέτες», μου λέει, σαν να μου λέει μυστικό. Όταν η μία εκ των συνεταίρων αποχώρησε, της ζητήθηκε να πάρει το ποσοστό της. Δέχτηκε, και παρότι οι ώρες δουλειάς αυξήθηκαν, έδωσε εξετάσεις για το ανοιχτό πανεπιστήμιο και βρέθηκε να παρακολουθεί μαθήματα για μετρ, αν και προτιμάει να το λέει «maestresala» (ο άνθρωπος που διευθύνει τη σάλα) όπως το γράφει το δίπλωμά της. Το βρίσκει πιο ρομαντικό. Έπρεπε να περάσει από όλα τα πόστα: λαντζέρης, μάγειρας, σερβιτόρος… Στο στάδιο του οινολόγου έγινε το κλικ, χάρη στον Custodio Zamarra. «Είναι ο καλύτερος οινοχόος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου», μου λέει εμφατικά. «Μου έμαθε ότι ο σερβιτόρος, γιατί σερβιτόροι είμαστε, το πρώτο πράγμα που πρέπει να διαθέτει είναι η ταπεινότητα». «Προσπάθησε να μη δώσεις ποτέ μάθημα σε έναν πελάτη σου», τη συμβούλεψε. Το κράτησε, συνέχισε τη δουλειά και τα σεμινάρια οινοχοΐας και γευσιγνωσίας, και ένα βράδυ, περπατώντας στο paseo de la Castellana αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα. Δούλεψε στο «Astra Restaurant» στη Σαντορίνη και στα αθηναϊκά «Ιsland», «Central», «Lalu» και «Hytra», μέχρι που της ζήτησαν να βοηθήσει στο στήσιμο του «Ηarvest», που άνοιξε πριν από λιγότερο από ένα μήνα στη συμβολή Ευριπίδου και Αιόλου. Αντιπρότεινε να το αναλάβει. Ήταν ένας τρόπος να ξαναζήσει αυτό που έγινε στη Μαδρίτη, όπου «πάνω από μια μπάρα γίνονται όλοι φίλοι». Θα τη βρείτε να εξηγεί ότι η favada (την οποία παρεμπιπτόντως μαγειρεύει ο αδερφός της Δημήτρης Κοντόπουλος) είναι μια ισπανική φασολάδα χωρίς ζουμί, με λουκάνικα, να ανοίγει και να προτείνει κρασιά και… να κάνει φίλους: «Περπατάω στα πενήντα τετραγωνικά, ακούω να με φωνάζουν με το όνομά μου και μ’ αρέσει…».