
Μπαρμπούνι και γαρίδα στο τηγάνι, ντοματοσαλάτα, φέτα και τέλος! Δεν πρέπει να υπάρχει ταβέρνα με πιο λιτό μενού στην επικράτεια. Στη Μαργαρώ ξέρεις ακριβώς τι θα φας κάθε φορά, και πηγαίνεις ακριβώς γι αυτό. Χρόνια τώρα, δεν αλλάζει την εικόνα της απλής ψαροταβέρνας μιας εργατικής γειτονιάς, όταν ο πελάτης δε ζήταγε ωμά, γαριδομακαρονάδα και ψάρι καθαρισμένο στο πιάτο. Πού οφείλεται η διαχρονική επιτυχία της; Nόστιμη πρώτη ύλη, ένα τηγάνι-υπόδειγμα, χαμηλές τιμές και απλό, ανεπιτήδευτο περιβάλλον σε προνομιακή θέση, με μακρινό ορίζοντα τη θάλασσα.


Μεσοβδόμαδα, ζέστη πολλή, η ώρα πάει δυο και τα τραπέζια αρχίζουν να γεμίζουν: συναδελφικά δίδυμα, μεσήλικα ζευγάρια, λίγοι νεότεροι. Γνωστοί πελάτες οι περισσότεροι, χαιρετούν πριν καθίσουν. Μέσα, οι φωτιές ανάβουν στο φουλ, το λάδι τσιτσιρίζει κι ο Σπύρος Χανιώτης, ο ψήστης της οικογένειας, έχει πιάσει δουλειά μπροστά σε τρία τηγάνια στη σειρά. Ξεχύνονται μυρωδιές που προκαλούν για ούζα, αν και οι περισσότεροι πίνουν μπίρες ή χύμα Σαββατιανό, το μοναδικό κρασί που διαθέτει το κατάστημα. Σε λίγο περνούν οι σαλάτες, ακολουθούν οι πιατέλες με τα χρυσοκόκκινα μπαρμπουνάκια, τα πιάτα με τις γαρίδες.
Η εξαιρετική ντομάτα ανεβάζει επίπεδο στην κλασική χωριάτικη -αγγούρι, κρεμμύδι, πιπεριά, φέτα -προκαλεί εντύπωση πώς αυτή η σαλάτα είναι πάντα τόσο καλή εκεί. Το μπαρμπούνι πεντανόστιμο, με αέρινο τηγάνισμα, οι γαρίδες τραγανές εξωτερικά, ζουμερές μέσα, σίγουρα θα ζητήσεις επανάληψη. Στο τέλος, κερνούν μια νόστιμη πορτοκαλόπιτα.


Το ταβερνάκι πλάι στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων βρίσκεται εκεί από το 1942. Το άνοιξε η γιαγιά Μαργαρώ της οικογένειας Χανιώτη, Μυκονιάτες από την Άνω Μερά, όταν εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά. Αρχικά ήταν μπακαλοταβέρνα, που έβαζε και μια κατσαρόλα τις Κυριακές για τους ανθρώπους του λιμανιού, ναυτικούς και ναυτεργάτες, μόνιμους πελάτες εκείνη την εποχή.
Τη σκυτάλη πήρε ο γιός της, ο Λάζαρος Χανιώτης, αφήνοντας τα καράβια. Το μετέτρεψε σε ψαροταβέρνα για πρακτικούς κυρίως λόγους -γρήγορο κι εύκολο φαγητό- και το μαγαζί έγινε γρήγορα αγαπημένο στέκι καπετάνιων, αρχιμηχανικών κι εφοπλιστών, σε μια περίοδο που ο Πειραιάς είχε άλλη αίγλη. Τα πιάτα πάντα μετρημένα, το πολύ να είχε και κανένα ακόμα μικρό ψαράκι. Στα 90 του σήμερα, ο κύριος Λάζαρος δεν αφήνει μέρα που να μην περάσει από το μαγαζί -τον πετύχαμε κι εμείς, μια συγκινητική παρουσία. Τα ηνία κρατούν σήμερα και τα τέσσερα παιδιά του, ο καθένας στο πόστο του. Ακόμα και στο τηγάνι βρίσκεται ο Σπύρος, "το καλύτερο τηγάνι που υπάρχει” λέει περήφανα ο Γιάννης Χανιώτης, που ανέλαβε την ξενάγησή μας.




"Έχουμε έναν ψαρά μόνιμο προμηθευτή, μας φέρνει κάθε πρωί μπαρμπούνι ή κουτσομούρα, κάποτε και λιθρινάκια, όταν υπάρχουν. Οι γαρίδες μας είναι κατεψυγμένες -δεν θα πω ψέματα, αλλά θα τις δοκιμάσετε (δίκιο είχε). Τον χειμώνα φέρνουμε φρέσκια καραβίδα από τη Χαλκίδα, όταν τη βρίσκουμε. Δε βάζουμε τίποτ΄ άλλο, ούτε καν πατάτες τηγανητές. Τα τηγάνια είναι μετρημένα, οι ψήστες επίσης!”.
Όλοι δίνουν ένα χέρι στο μαγαζί, ακόμα και η εκκολαπτόμενη 4η γενιά βρίσκεται εκεί. Η διάθεση να μην αλλάξουν αυτό που ήταν χρόνια, δείχνει αδιαπραγμάτευτη στην οικογένεια.
Μέσα στην πληθώρα των χώρων σύγχρονης ψαροφαγίας που έρχονται και παρέρχονται, η Μαργαρώ παραμένει ακλόνητη στη θέση της, ένα μαγαζί "ανοιχτή αγκαλιά” για νοσταλγούς της απλότητας που έχει λείψει από τη σύγχρονη εστίαση.

Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook και το Instagram.