Απλά ελληνικά, με λίγο μοντέρνο σκέρτσο –χάρη στο ικανότατο χέρι του Αλέξανδρου Καρδάση–, βιολογικά προϊόντα, αύρα χαλαρή και αρκετά σχέδια για το μέλλον.

Έξω έριχνε βροχή με το τουλούμι, αλλά μέσα επικρατούσε γευστική λιακάδα, η οποία επέτρεπε σε μια σαλάτα με κόκκινο λάχανο, φλοίδες καρότου, σχεδόν ωμό μπρόκολο και κουνουπίδι και μια ελαφριά βινεγκρέτ (ίσα ίσα να τα χρωματίζει με οξύτητα) να ανθήσει. Ηλεκτριστική, συμπυκνωμένη φρεσκάδα με το τίποτα, υλικά στην ουσία που έχεις στο ψυγείο σου: αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση από το ανανεωμένο «Γιάντες» στον εξαρχειώτικο πεζόδρομο της Βαλτετσίου. Ο Αλέξανδρος Καρδάσης, από τους πιο ταλαντούχους –και προσγειωμένους– τριαντάρηδες Έλληνες σεφ (βλ. «Αθήρι», αρχικά στον Κορυδαλλό κι έπειτα στον Κεραμεικό), είχε αναλάβει δύο ημέρες νωρίτερα να οργανώσει εκ νέου την κουζίνα. Με «όπλο» αρκετά βιολογικά υλικά (λάδια, φασόλια, πατάτες κ.λπ.), παράδοση εδώ από καιρό, και στόχο το καθημερινό ελληνικό φαγητό που δεν εξαπολύει επίθεση στο πορτοφόλι σου. Ανάλογης λογικής η κοστολόγηση και στο επίσης bio-ανήσυχο –σε αρκετές περιπτώσεις– κρασί. Έχουν, μάλιστα, στα σκαριά αφιερώματα σε μικρούς ντόπιους παραγωγούς.
Η σαλάτα με μαρούλι, σιτάρι, ξερό σύκο και ξηρούς καρπούς (€ 7) ήταν όντως καλή. Απλώς θα προτιμούσα ένα πιο απαλό ντρέσινγκ γιαουρτιού από ό,τι το ίδιο το γιαούρτι. Οι χορτοκροκέτες με σος φέτας (€ 6,20) ήταν πλούσιες και μυρωδάτες, με ένα «τσακ» όμορφης πικράδας, η μαρμελάδα μανταρίνι στο ψητό μαστέλο (€ 7) ωραία ιδέα, το ίδιο και η σάλτσα φασολιού με άνηθο ως υπόστρωμα στο βιολογικό λουκάνικο (€ 8,50). Ο κόκορας με χυλοπίτες (€ 13), τρυφερός, καρυκευμένος με δεντρολίβανο, θυμάρι και μπαχάρι, έμοιαζε από χέρι μαμάς που αλαφρομαγειρεύει, ενώ ο τηγανητός μπακαλιάρος (€ 11) συνοδευόταν από μια καθόλου επιθετική, καλοφτιαγμένη σκορδαλιά. Λίγο υπερβολική βρήκα τη σάλτσο-μαγιονέζα λεμονιού στα καπνιστά θαλασσινά (€ 10), αλλά εν γένει ό,τι καινούργιο δοκίμασα δείχνει ελπιδοφόρο. Επίσης, μου άρεσαν τα πιο ήπια χρώματα του χώρου (λευκό, γκρι, γαλάζιο). είναι σαν να σε σπρώχνουν σε χαλαρές συζητήσεις, κάτι που φαντάζομαι εκτιμάει το μποέμ ιντελεκτουέλ κοινό που πέτυχα στη σάλα.
(+) Η σούπερ σχέση ποιότητας-τιμής. Τα μαύρα μαχαιροπίρουνα. Τα κερασμένα μανταρίνια στο τέλος. (-) Οι μουσικές συλλογές, οι οποίες έχουν –υπό την ομπρέλα του έθνικ– ασύνδετα πράγματα (π.χ. «Λυγαριά» instrumental).