© Λεωνίδας Τούμπανος
Υπάρχει μια κατηγορία εστιατορίων που όλοι αποζητούμε, αλλά την βλέπουμε πλέον να φθίνει. Είναι μαγαζιά που -όχι τυχαία- έχουν επιβιώσει για πολλά χρόνια στο ίδιο σημείο, διατηρούν σταθερούς πελάτες, προσφέρουν μια κουζίνα "εύκολη”, νόστιμη, διαχρονική κι ένα περιβάλλον που σε κάνει να νιώθεις άνετα. Αυτά που πρώτα έρχονται στο νου σου, όταν θέλεις μια comfort έξοδο που θα σου φτιάξει τη διάθεση.
Το Aglio, Olio & Peperoncino ανήκει σ’ αυτή την ολιγομελή κατηγορία. Από μόνο του λέει πολλά το γεγονός ότι μετράει πάνω από δυο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, σε μια εποχή με αμέτρητα openings, που κανείς δεν θυμάται τ΄όνομα τους τρία-τέσσερα χρόνια μετά. Στην ουσία, λέει ότι οι κλασικές ιταλικές γεύσεις και η φιλόξενη ατμόσφαιρα περιβάλλον που έχουν δημιουργήσει οι άνθρωποί του, παραμένουν μια σταθερή αξία.


Το γνωρίσαμε στην οδό Πορίνου από το 2002 μέχρι πρόσφατα -ένα δρομάκι κοντά στην Ακρόπολη, κάποτε γραφική γειτονιά, σήμερα απρόσωπη, στριμωγμένη, τουριστικοποιημένη και πηγμένη στo Airbnb. Πριν λίγους μήνες μεταφέρθηκε στη Μάρκου Μουσούρου, στο Μετς. Μεγάλη απόφαση η μετακόμιση όταν έχεις καθιερωθεί σ΄ ένα μέρος, αλλά απαραίτητη όταν πλέον αυτό έχει γίνει ξένο με το προφίλ του μαγαζιού και τη φιλοσοφία των ανθρώπων του.
To Μετς απέπνεε ανέκαθεν μια μποέμ γοητεία, που δεν έχει ξεθυμάνει στο πέρασμα του χρόνου. Μια γειτονιά με δική της προσωπικότητα, στις παρυφές του Παγκρατίου που φλερτάρουν τον Αρδηττό, με σκαλάκια, ανηφόρες, ανοίγματα με θέα και μια πριβέ ησυχία μέσα στο θόρυβο της πόλης. Καταλήγει στη Μάρκου Μουσούρου, ένα δρόμο-μπαλκόνι, που βλέπει Ακρόπολη και λούζεται στο αττικό ηλιοβασίλεμα.

Πόστο ιδανικό, που ήδη δικαιώνει την απόφασή τους: ένα μαγαζί χαλαρό και καθημερινό με πρωταγωνιστή την πάστα, είναι κάτι που έλειπε από την περιοχή και σ΄αυτό το μικρό διάστημα έχει ήδη γίνει αγαπητό στους περιοίκους. Πέρα από τη φωτεινή, ευρύχωρη σάλα του, μεγάλο ατού είναι η άπλα του εξωτερικού χώρου στο απέναντι ευρύχωρο πεζοδρόμιο, δίπλα στο αλσάκι Λογγίνου.
Το Aglio, Olio & Peperoncino μετακόμισε αυτούσιο, όπως το είχαν αγαπήσει οι δεκάδες πιστοί πελάτες-φίλοι του: όνομα, άνθρωποι, κουζίνα, ακόμα και διακόσμηση. Δεν προσπάθησε να γίνει κάτι νέο, αντίθετα, μετέφερε την εικόνα και την ατμόσφαιρά του στη νέα θέση.
Παραμένει όπως ξεκίνησε, μια "οικογενειακή” υπόθεση δύο ανθρώπων, της Σουζάνας Τσιώτη και του Ηρακλή Ραφτόπουλου, που είναι και ο αποκλειστικός μάγειρας και δημιουργός της κουζίνας του. Μαζί με την επί 16 χρόνια συνεργάτιδά τους Αγορούλα Μαρτζιώκα, αποτελούν ένα δεμένο team με κοινή αντίληψη. Στο ίδιο "οικογενειακό” μοτίβο τοποθετεί η Σουζάνα και τον κόσμο του Olio: "έχουμε μόνιμους πελάτες από παλιά, κρατάμε με πολλούς και οικογενειακές σχέσεις, τώρα έρχονται και τα παιδιά τους με τις παρέες τους”. Στην κουβέντα, μου αραδιάζει και αρκετά γνωστά ονόματα, που ανήκουν στη διαχρονική πελατεία τους.


Solo pasta! Πέρα από τις σαλάτες και τις πεντανόστιμες μπρουσκέτες, τα κυρίως πιάτα του Aglio, Olio & Peperoncino εστιάζουν αποκλειστικά στο ζυμαρικό. Μια παρέλαση από pasta fresca και pasta secca, ravioli, tortelli και gnocchi, να μην ξέρεις από πού ν΄αρχίσεις.
Κλασικές αξίες, όπως η alio olio peperoncino ή η carbonara γίνονται με προσήλωση στην αυθεντική συνταγή. Πέρα από αυτές, μια σειρά από δημιουργίες του Ηρακλή με μια νότα 90s, ξεχωρίζουν για την πρωτοτυπία των συνδυασμών, τη λεπτομέρεια στην εκτέλεση και τη νοστιμιά τους. Ο,τι μαγειρεύει ο Ηρακλής Ραφτόπουλος, έχει τη σφραγίδα της ιταλικής γεύσης. Μεγαλωμένος στη Γένοβα από Ιταλίδα μητέρα, είναι επόμενο να κουβαλάει μέσα του αυτή την κουζίνα, ενώ γνωρίζει σε βάθος την ιταλική μαγειρική, που υπηρτεί χρόνια τώρα.
Πιο δημοφιλή πιάτα τους έχουν αναδειχτεί η Aglio, Olio & Peperoncino, η μακαρονάδα με σάλτσα λιαστής ντομάτας, φέτα και Μαυροδάφνη, μια ακόμα με βακαλάο και σάλτσα ντομάτας, αλλά και η carbonara. Τα πιάτα ημέρας εξαρτώνται από το τι θα βρουν στην αγορά, ιδιαίτερα οι θαλασσινές μακαρονάδες, όπως η alle vongole.

"Είμαστε μια πολύ αργή κουζίνα” απολογείται η συμπαθέστατη Σουζάνα, ενώ περιμένουμε τα πιάτα μας. "Όλα ετοιμάζονται τη στιγμή της παραγγελίας και ο μάγειρας θέλει τον χρόνο του”.
Ξεκινήσαμε με ρολό κολοκυθιού, έναν αβανταδόρικο συνδυασμό κολοκυθιού με παντσέτα, μοτσαρέλα και παρμεζάνα, που έρχεται ζεστό. Στη συνέχεια, επιλέξαμε μια από τις signature μπρουσκέτες τους, με αντζούγια, μοτσαρέλα, ντομάτα, σκόρδο και ρίγανη, μια ρουστίκ, βέρα ιταλική νοστιμιά.

Η συνέχεια ήρθε με μια προσωπική συνταγή του Ηρακλή, ομολογουμένως πετυχημένη, έτσι που συγχωρήσαμε την ελάχιστη κρέμα: φρέσκες fettuccine με ψιλοκομένη νωπή salsiccia (λουκάνικο) δεμένη με μια σάλτσα πράσου με peperoncino και κρέμα. Καυτερή, αμαρτωλή και πεντανόστιμη. Πιο ήπιο πιάτο, τα ραβιόλι με ρικότα-σπανάκι και σάλτσα από pesto καρυδιού με κουκουνάρι, ανθότυρο και σκόρδο.
Αλλά η σπιτική αίσθηση και η απόλυτα πλούσια γεύση μας περίμενε στις φρέσκες ταλιατέλες με ραγού μπολονέζ, κομμένο στο χέρι. Ένα γνώριμο πιάτο στα καλύτερά του, με υποδειγματική ισορροπία στη σάλτσα κρέατος-ντομάτας.
Το tiramisu στο τέλος ήταν μια έκπληξη, από τα καλύτερα που έχουμε δοκιμάσει: φτιαγμένο φυσικά a la minute, με τα κλασικά υλικά και amaretto για αλκοόλ, είχε μια αέρινη, έξοχη κρέμα και ευχαρίστως έπαιρνες και δεύτερο.

Ένας ακόμα λόγος, που θα μας κάνει να επιστρέψουμε σ΄ αυτό το εστιατόριο, είναι ότι μας έλειψε ένα σημαντικό μέρος του μενού, καθώς όταν πήγαμε δεν είχε εγκατασταθεί ακόμα το γκάζι. Κάποιες μακαρονάδες, όλη την pasta secca δηλαδή, ο Ηρακλής δέχεται να την μαγειρέψει μόνο σε ανοιχτή φωτιά -και μπράβο του.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.