© Λεωνίδας Τούμπανος
Ζούμε την εποχή της γαστροταβέρνας και των copy paste γαστροκαφενείων, με αναφορές στο "παλιό και αυθεντικό”. Δεν θα κουραστείς να ψάξεις, κάποιο μάλλον ήδη βρίσκεται κοντά σου. Αυτό που ίσως πρέπει ν΄ανακαλύψεις, είναι τα ελάχιστα πλέον μαγαζιά που δεν προσπαθούν να μιμηθούν, αλλά είναι παλιά και παραμένουν αυθεντικά. Σαν παράθυρα στο χρόνο, ζουν και λειτουργούν στο σήμερα, όχι μουσειακά ούτε επιτηδεύμενα. Λογικά, όσοι γοητεύονται από την τάση της επίπλαστης πατίνας του παλιού, θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από εκεί, να ζήσουν την εμπειρία. Γιατί "αυθεντικό” δεν σε κάνει και καλά το μωσαϊκό, το τραπεζάκι καφενείου, η λακέρδα, το κεφτεδάκι της γιαγιάς, οι πατάτες με τ΄αβγά. Το περιβάλλον, ο κόσμος γύρω σου, η παράδοση του μαγαζιού δεν αντιγράφονται. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Σκυλοδήμος, όπως ακόμα τον αποκαλούν οι παλαιότεροι, το σημερινό Μπακάλικο του Φίλιππα.


Σπάνιο να συναντήσεις στην εποχή μας μπακαλοταβέρνα. Κάποτε, το μοναδικό μπακάλικο της γειτονιάς ή του χωριού ήταν και χώρος συνάντησης, με λίγα τραπεζάκια για κρασί και λιτό μεζέ εκ των ενόντων. Σήμερα, το είδος ίσως επιβιώνει σε κάποια απομακρυσμένα χωριά. Οι καθημερινοί θαμώνες ήταν συνήθως οι μεγαλύτερης ηλικίας, που δεν είχαν να τρέξουν στις δουλειές κι έβρισκαν εκεί να περάσουν την ώρα τους. Μια τέτοια εικόνα έχεις και μπαίνοντας στο Μπακάλικο του Φίλιππα.
Φωλιασμένο σε μια παλιά γειτονιά του Πειραιά, γωνία Σκυλίτση και Δεληγιώργη, το γραφικό υπερυψωμένο ισόγειο λειτουργούσε σαν μπακάλικο και πριν το αγοράσει ο πατήρ Σκυλοδήμος, τέλη του "50. Χαρακτηριστικό του, τα κεραμίδι ξύλινα πορτοπαράθυρα με τους φεγγίτες, πανύψηλα, που αγκαλιάζουν το παλιό οίκημα.


"Οινοπαντοπωλείο Το Μπακάλικο του Φιλίππα εδώδιμα-αποικιακά” λέει η ταμπέλα πάνω από την πόρτα. Ένας πίνακας δίπλα στην είσοδο ενημερώνει για το εμπόρευμα: όσπρια χύμα, ρύζι καρολίνα, μπονέτ και γλασέ Σερρών, φασόλια Καστοριάς, ρεβίθια Δομοκού, φρέσκα φρούτα-λαχανικά, κρασί χύμα”.
Ανεβαίνεις τρία σκαλάκια και βρίσκεσαι στον χώρο του μπακάλικου, λουσμένο στο φως που τρυπώνει από τα παράθυρα. Αραδιασμένα στη σειρά, καφάσια με φρούτα και ζαρζαβατικά, στη μέση η ζυγαριά, απλά ράφια στους τοίχους με κονσερβοειδή, μακαρόνια, ρύζια και τα λοιπά, αλλού τα καθαριστικά, στο βάθος το ψυγείο με τα τυριά, τ΄ αλλαντικά, τα γαλακτοκομικά. Λίγα τραπεζάκια, όπου ήδη έχουν πιάσει στασίδι οι καθημερινοί: σε κοιτούν, σε κόβουν καινούργιο, προθυμοποιούνται να σου δείξουν τα κατατόπια -το αφεντικό δεν φαίνεται για την ώρα.

Εδώ, έχεις επιλογή: αν θέλεις να μπεις στο πνεύμα της μπακαλοταβέρνας, πιάσε τραπέζι μέσα στο μπακάλικο. Ισχύει για έναν, έστω δυο, όχι περισσότερους και για απλό μεζέ. Θ΄ανοίξεις κουβέντες με τους παλιούς, μπορεί να γίνετε μια παρέα -άλλο που δεν θέλουν. Συγχρόνως, χαζεύεις τη γειτονιά που μπαίνει να ψωνίσει. Άλλος κόσμος. Έλα όμως νωρίς, τα τραπέζια είναι λίγα και ισχύει ένα… άτυπο ρεζερβέ.



Διαφορετικά, μια πορτούλα πλάι στο ψυγείο θα σε βάλει στη φιλόξενη πέτρινη σάλα με την ξύλινη οροφή, στους τοίχους παλιές φωτογραφίες, κι ένα γλυκό, νοσταλγικό φως να μπαίνει από τα παράθυρα.
Είναι ο χώρος που διαμόρφωσε πριν λίγα χρόνια ο Φίλιππας, για να επεκτείνει το ταβερνάκι. Από εκεί, βγαίνεις στην αυλίτσα που "ανοίγει” το καλοκαίρι, όπου και το κουζινάκι με τα τηγάνια πάνω στο γκάζι.
Πιάνουμε κουβέντα με τον Φίλιππα Σκυλοδήμο, που τρέχει τώρα το μαγαζί στο οποίο μεγάλωσε. Διηγείται με χαρά τις παιδικές του αναμνήσεις, με διαλείμματα γιατί έχει και την κουζίνα -"ένα λεπτό, να βγάλω ένα γάβρο μην καεί κι έρχομαι”- ή τρέχει στο μπακάλικο.


"Παλιά, ο μεζές έβγαινε από τα ράφια και το ψυγείο: ελίτσες, τυράκι, σαλαμάκι, καμμιά μορταδέλα, αντζούγιες, ρέγγα -και στο τσακίρ κέφι ανοίγανε και καμμιά κονσέρβα κορν μπιφ, καλαμαράκια Portola… Εχω καθαρίσει πολλή ρέγγα μικρός! Αργότερα, ο πατέρας μου έκανε και μια φοβερή μακαρονάδα, με χοντρό μακαρόνι και κορν μπιφ!”.
Ο Φίλιππας ανέλαβε το μαγαζί το 2001, εικοσάρης τότε, όταν ο πατέρας αρρώστησε και δεν μπορούσε να το δουλέψει. Δεν ήθελε να το βλέπει κλειστό, παρ΄όλο που είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του. Δεν το μετάνοιωσε ποτέ. Θυμάται να τον ξυπνάει ο πατέρας του νύχτα ακόμα, να πάνε Κεντρική Λαχαναγορά, να του μαθαίνει εκεί πώς να διαλέγει ζαρζαβατικά και φρούτα. Του άρεσε αυτό το "παζάρι”, το πάρε-δώσε με τον κόσμο. Εκεί ψωνίζει ακόμα: "Αγοράζω για το μαγαζί αυτά που θα έπαιρνα και για το σπίτι μου. Η γειτονιά ψωνίζει εδώ τα λαχανικά της, τα φρούτα, τη φέτα, τη γραβιέρα, γιατί εμπιστεύεται”.
Εκτός από τους μόνιμους της γειτονιάς, η πληροφορία που πλέον τρέχει έχει φέρει κι άλλο κόσμο: φοιτητές, αρκετοί τουρίστες ιδίως το καλοκαίρι, πολύς Πειραιάς, αλλά και μακρινοί όπως εμείς. Κανείς όμως δεν έρχεται εδώ τυχαία, όλοι είναι "ψαγμένοι”.

"Kαφέ δεν βγάζω! Μόνο κρασάκι, ούζο, τσιπουράκιι. Οι μπαρμπάδες ξεκινάνε από το πρωί, έχω καμμιά πενηνταριά μόνιμους. Αν σου πει "..μέρα” αντί για "καλημέρα”, ξέρεις ότι έχει μαλώσει στο σπίτι. Οταν έχει κόσμο κι έχουν πιάσει τη "δική τους” καρέκλα, μερικοί θυμώνουν! Καμμιά φορά, όταν έχω αργήσει, περιμένουν ουρά απ΄ έξω ν΄ανοίξω, δεν έχουν αλλού να πάνε. Έρχονται άνθρωποι εδώ, που με ξέρουν από μικρό παιδάκι.”
Μικρό το μενού, αλλά επαρκέστατο για την περίπτωση. Θα βρεις τα κλασικά -φάβα, κεφτεδάκια, γίγαντες, λουκάνικα, τηγανιά, σπανακόπιτα, ποικιλίες μικρή και μεγάλη. Πιάτο που δεν έλειπε από τα γύρω τραπέζια, οι τηγανητές πατάτες με αβγά μάτια. Τα υπόλοιπα είναι της ημέρας και θα σου τα πουν προφορικά. Σίγουρα μικρό ψαράκι, καμμιά γαρίδα, ρεβιθάδα.
Πήραμε άγρια χόρτα, σαγανάκι, μαρίδα στο τηγάνι, εξαιρετικά κεφτεδάκια και πραγματικά σπιτικές τηγανητές πατάτες -δεν γλιτώνεις με μια μερίδα.

Δίπλα μας κάθονται δυο φίλοι που δείχνουν τακτικοί εκεί, μιλάνε για δουλειές. Ανά μισάωρο προστίθεται κι ένας, στο τέλος οι δύο γίνονται έξι, τα μπουκάλια πάνε κι έρχονται. Μας πιάνουν μόνοι τους κουβέντα, μας λένε για το μαγαζί. Έρχεται ένας από τους "μόνιμους”, τους φέρνει δικούς του σπιτικούς μεζέδες -φρέσκο αβγοτάραχο τηγανητό και χταπόδι στιφάδο. Επιμένουν να μας κεράσουν. Ο κόσμος δημιουργεί την ταυτότητα του μαγαζιού.
Φεύγοντας, περνάμε μέσα από το μπακάλικο. Δυο τραπέζια έχουν ενωθεί, κάποιοι μόνιμοι έχουν γίνει μια παρέα, πίνουν, μιλάνε δυνατά, γελάνε. Στην πόρτα, ένας μας λέει "ευτυχώς που υπάρχει ο Φίλιππας, δεν θα είχαμε πού να πάμε”.
Ζήσαμε μια μικρή φυγή μέσα στην πόλη και φύγαμε μ΄ ένα χαμόγελο ηρεμίας. Όλα εδώ είναι χαλαρά, απροσποίητα φιλικά, αφοπλιστικά απλά και γνήσια. Κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει.

Info
Δεληγιώργη 16, Πειραιάς
Τηλ. 6945 059328
Ανοιχτά Δευτ., Τετ. από 09.00 - 17.30, Τρ., Πέμ., Παρ. και Σάβ. 09.00 - 23.30.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.
