Η οδός Δαμάρεως πιθανότατα παραμένει χαμηλά στην διαστρωμάτωση του hype του Παγκρατίου, ωστόσο αυτό δείχνει ότι μάλλον θα αλλάξει με την πρόσφατη άφιξη του Φλάρου. Το φρέσκο γαστροκαφενείο του Παγκρατίου που καδράρει τον πολυσύχναστο δρόμο με τις φορτωμένες νεραντζιές σε μεταφέρει σε ατμόσφαιρα παραδοσιακού, αστικού καφενείου με ολίγον από ρουστίκ θεματική.

Ευρύχωρη, ψηλοτάβανη σάλα, διατηρημένο μωσαϊκό, μαρμάρινα τραπεζάκια και old school ξύλινες καρέκλες συγγράφουν το μότο του Φλάρου "φαγητό, τσίπουρο, κρασί, σουσού", όπως αναφέρεται και στην τζαμαρία.

Πίσω από αυτή την old school εικόνα κρύβεται μια κουζίνα που δουλεύει –όπως παλιά-πάνω στη μασίνα και την ανοιχτή φωτιά, όπου τα φαγητά ψήνονται αργά και προσεκτικά, διατηρώντας αυτή την έξοχη γεύση της στόφας. Στο βάθος, πίσω από το ξύλινο πάσο του Φλάρου, η ανοιχτή κουζίνα με τα ξύλα να καίνε και τις κατσαρόλες να κοχλάζουν επάνω στη μασίνα, αποκαλύπτει και την ταυτότητα του μαγαζιού, που ο σεφ-ιδιοκτήτης Στράτος Βλασσόπουλος θέλει να εξελίξει σε κάτι περισσότερο από ένα κλασικό καφενείο.

Αν είναι κάτι που κερδίζει ο Φλάρος με όρους παραδοσιακούς και αληθινούς, αυτό είναι τη δημιουργία και άρτια εκτέλεση της χωριάτικης -και τόσο δυσεύρετης- πίτας. Το φύλλο, ευγενικά σμιλεμένο από τη φωτιά, γίνεται τραγανό, χρυσαφένιο με τα σποραδικά της "καψαλίσματα" να χαρίζουν αυθεντική σπιτική γεύση.

Η σωστή αναλογία τυριών και η φωτιά που αφήνει το σημάδι της στο φύλλο αναδεικνύουν την έφεση της ομάδας στις αναπάντεχες, αλλά αθέατα επιτυχημένες ισορροπίες. Στον Φλάρο, η πίτα δεν τελειώνει στο πιάτο, αλλά αφήνει αποτύπωμα στη μνήμη και στην αίσθηση της αυθεντικής, ελληνικής κουζίνας.

