Τα "100 χειρότερα πιάτα του κόσμου" του TasteAtlas έσκασαν ξανά στα timelines μας με τη λεπτότητα ενός ειδοποιητηρίου push και την ίδια περίπου βαρύτητα: αρκετή για να της αφιερώσουμε λίγα δευτερόλεπτα του scroll, όχι αρκετή για να αλλάξουμε συνήθειες. Ανάμεσα σε ζελέ χελιών, αίματα σε ζύμες και ψάρια που σε κοιτούν επίμονα από το πιάτο, η Ελλάδα κατάφερε να πλασαριστεί αξιοπρεπώς – ή μάλλον ταπεινά – με τη σαλάτα αγκινάρας στην 12η θέση των "χειρότερων" πιάτων παγκοσμίως. Ναι, σωστά διαβάσατε. Η αγκινάρα. Το λαχανικό που απαιτεί υπομονή, μαχαίρι, λεμόνι και μια μικρή υπαρξιακή ωρίμανση για να το εκτιμήσεις.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην κορυφή της "μαύρης δεκάδας" φιγουράρει η σουηδική Pizza Vulkanen, μια πίτσα-υβρίδιο με καυτερές σάλτσες και αλλόκοτους συνδυασμούς, ενώ ακολουθεί το ισλανδικό Svið, δηλαδή μισό κεφάλι προβάτου βρασμένο με ό,τι συνεπάγεται αυτό οπτικά και ψυχολογικά. Δίπλα του το Þorramatur, ένας παραδοσιακός ισλανδικός μεζές-κολάζ από ζυμωμένα ψάρια, αποξηραμένα κρέατα και εντόσθια, και οι ισπανικές Truchas a la Navarra, πέστροφες γεμιστές με ζαμπόν και τηγανισμένες στο βούτυρο. Σουηδία ξανά με Blodpalt και Blodplättar – τηγανίτες με αίμα ταράνδου – ενώ το ισραηλινό Kugel Yerushalmi είναι ένα γλυκο-αλμυρό noodle pudding με καραμελωμένη ζάχαρη και πιπέρι. Το χιλιανό Milcao, πατατένια πίτα με λαρδί, κλείνει το πρώτο κύμα πολιτισμικού σοκ.
Στη μεσαία ζώνη συναντάμε το Hon Mhai από την Ταϊλάνδη (σαλάτα με αυγά μυρμηγκιών), το Chapalele της Χιλής (ζύμη πατάτας στον ατμό), τα βρετανικά Jellied eels – χέλια σε ζελέ, γιατί όχι – το αμερικανικό Ramen burger, όπου τα noodles αντικαθιστούν το ψωμί, το πολωνικό Żymlok (λουκάνικο με αίμα), το ισραηλινό Kichel (τραγανό μπισκότο) και την ισπανική Tortilla paisana με λουκάνικα και λαχανικά.
Και κάπου εδώ μπαίνουμε εμείς. Η ελληνική σαλάτα αγκινάρας στην 12η θέση, με 2 αστέρια. Δηλαδή ένα πιάτο λεμόνι, ελαιόλαδο, καρδιά αγκινάρας και άνηθος βρέθηκε δίπλα σε κεφάλια προβάτων και αυγά μυρμηγκιών. Χαμηλότερα, στη 41η θέση, τα μπουρμπουρέλια – παραδοσιακή σούπα οσπρίων – μάλλον πλήρωσαν το τίμημα της καθόλου φωτογενούς εμφάνισης.

Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Γιατί το TasteAtlas βασίζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ratings χρηστών, δηλαδή σε ένα παγκόσμιο focus group ανθρώπων που μπορεί να δοκίμασαν αγκινάρα μια φορά πχ σε μπουφέ ξενοδοχείου all inclusive και να αποφάσισαν ότι "δεν αξίζει". Είναι αντικειμενικό αυτό; Όχι ακριβώς. Είναι δημοκρατικό; Σίγουρα. Όπως κάθε δημοκρατία του ίντερνετ, βγάζει αποτελέσματα που προκαλούν λίγο γέλιο και αρκετό content. Κυρίως με βάση την ημιμάθεια και την επιπολαιότητα.
Η σαλάτα αγκινάρας, αυτή η ήσυχη δύναμη της ελληνικής κουζίνας, τιμωρείται μάλλον επειδή δεν διαθέτει ούτε τις απαραίτητες gourmet αρετές ούτε την comfort οικειότητα . Δεν έχει λιωμένα τυριά, δεν έχει τραγανή κρούστα, δεν βγαίνει Instagrammable με φίλτρο "food porn". Θέλει λεμόνι, καλό λάδι, ίσως άνηθο, και μια στοιχειώδη ωριμότητα ουρανίσκου. Με άλλα λόγια, δεν είναι clickbait- πιάτο.
Αν το δούμε πιο ανοιχτόμυαλα οι λίστες του TasteAtlas είναι σαν τα ζώδια: διασκεδαστικές, αμφίσημες, διαλλακτικές στην κατηγορία του "να 'χαμε να λέγαμε" και σίγουρα όχι Ευαγγέλιο. Το TasteAtlas δεν μετρά γεύση, μετρά - λίγο επιπόλαια- εντυπώσεις. Και η αγκινάρα, δυστυχώς, δεν κάνει viral. Κάνει όμως ωραίο μεζέ. Κι αυτό, προσωπικά, το κρατάω.

