Χάρης Γερμανίδης©
Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος παραδίδει μια παράσταση βαθιά συγκινητική, με έντονη συναισθηματική φόρτιση και δραματικές εντάσεις, που κατορθώνει να αγγίξει τον θεατή με αμεσότητα και ειλικρίνεια. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα σχολείο κωφών, έναν χώρο όπου η γλώσσα δεν είναι δεδομένη αλλά συνεχές ζητούμενο, πεδίο διαπραγμάτευσης και, ενίοτε, ρήξης. Εκεί, ένας καθηγητής επιχειρεί να διδάξει στους μαθητές και τις μαθήτριες χειλεανάγνωση και ομιλία, πιστεύοντας στη δύναμη της ένταξης στον "κόσμο των ακουόντων". Στο σχολείο δουλεύει και η Μαρία, μια πρώην μαθήτρια και τώρα καθαρίστρια· μια γυναίκα βυθισμένη στη σιωπή, κλεισμένη στον δικό της εσωτερικό κόσμο, που αρνείται πεισματικά να μάθει τη "γλώσσα των άλλων". Η γνωριμία της με τον Παύλο ξεκινά ως μια παιδαγωγική απόπειρα και εξελίσσεται σταδιακά σε ερωτική σχέση, με το δεύτερο μέρος του έργου να εστιάζει στην κοινή τους ζωή και στα αγεφύρωτα –ενίοτε– χάσματα που αυτή αποκαλύπτει.

Το έργο πραγματεύεται την προσπάθεια επικοινωνίας και σύνδεσης δύο διαφορετικών κόσμων, θέτοντας ερωτήματα για την ουσία της επικοινωνίας πέρα από τις λέξεις, αλλά και για τα όρια ανάμεσα στην αγάπη και τη χειραγώγηση. Δραματουργικά, το υλικό δείχνει να εξαντλείται και το ερωτικό στοιχείο γλιστρά στιγμές σε έναν μελοδραματισμό. Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά του Παπαδόπουλου καταφέρνει να το αναδείξει και να το μεταφέρει στην πλατεία με δυναμισμό και ένταση.
Η επιλογή μιας σχεδόν εργαστηριακής συνθήκης προσδίδει στην παράσταση μια αίσθηση off θεατρικής παραγωγής, εστιάζοντας απόλυτα στους ηθοποιούς και στις μεταξύ τους σχέσεις: η σκηνή είναι άδεια, μερικοί πάγκοι αποτελούν τα σκηνικά, οι ηθοποιοί φορούν μαύρα αθλητικά ρούχα, δεν χρησιμοποιούνται αντικείμενα και μόνο λίγες προβολές εμπλουτίζουν σε στιγμές τη σκηνογραφία. Επίσης, ο σκηνοθέτης μεταφέρει την ιστορία σε μια ελληνική συνθήκη, επιδιώκοντας προφανώς μεγαλύτερη αμεσότητα· μια επιλογή που δεν ήταν απαραίτητη, αλλά συνοδεύεται από έναν μερικό εκσυγχρονισμό του υλικού, με την προσθήκη αιτημάτων ισότητας και προσβασιμότητας.

Η παράλληλη χρήση ομιλίας και νοηματικής γλώσσας λειτουργεί οργανικά μέσα στη δράση, μετατρέποντας τη "μετάφραση" σε θεατρικό γεγονός. Οι ερμηνείες της ομάδας είναι συνολικά αξιόλογες και εύγλωττες, αποκαλύπτοντας πόσα και πόσο σύνθετα συναισθήματα μπορούν να "ειπωθούν" μέσα από τη σωματικότητα και τη γλώσσα του σώματος. Ο Πάρης Θωμόπουλος στον ρόλο του Παύλου και οι ΄Άντρια Ράπτη, Μιχάλης Γεωργακόπουλος, Δημήτρης Δεληγιάννης και Σοφία Σίμου στους ρόλους των μαθητών και μαθητριών του σχολείου συγκροτούν ένα συνεκτικό σύνολο.
Ωστόσο, η Ευσταθία Τσαπαρέλη ξεχωρίζει αδιαμφισβήτητα, με μια φορτισμένη ερμηνεία. Παίζει με όλο της το σώμα και την ψυχή, μετατρέποντας το πρόσωπό της σε πεδίο συναισθηματικών μεταβολών, που εκφράζεται δυνατότερα από κάθε λέξη. Η Μαρία της είναι μυστηριώδης, οργισμένη και ελκυστική, γεμάτη θυμό, πάθος και ζωή. μια γυναίκα πληγωμένη όσο και διεκδικητική, που δεν ζητά να μπει στον κόσμο των ακουόντων, αλλά απαιτεί να μπουν εκείνοι στον δικό της. Αδιαμφισβητητα, μια ερμηνεία που κάνει την παράσταση να αφήνει έντονο αποτύπωμα στο μυαλό και την ψυχή των θεατών.
Περισσότερες πληροφορίες
Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού
Ένας δάσκαλος ορθοφωνίας προσπαθεί να πλησιάσει μια κωφή γυναίκα που αρνείται να επικοινωνήσει, στο πολυβραβευμένο θεατρικό έργο που ανατρέπει τις προκαταλήψεις. Η υπόθεση του έργου ακολουθεί τη σχέση του δασκάλου και μιας πρώην μαθήτριας του σχολείου, η οποία τώρα εργάζεται ως καθαρίστρια. Εκείνη έχει συνειδητά επιλέξει να μην διαβάζει τα χείλη και να ζει απομονωμένη, αποφεύγοντας τον έξω κόσμο. Εκείνος, βλέποντας την περίπτωσή της ως «επαγγελματική πρόκληση», προσπαθεί να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα τραύματα του παρελθόντος της. Μέσα από τις διαφορές τους, αναπτύσσεται μία ιστορία αγάπης, γεμάτη ένταση και συναισθηματικές συγκρούσεις.