Ήταν από τις ωραιότερες και σημαντικότερες παραστάσεις που έχει ανεβάσει το Εθνικό Θέατρο. Αφήνοντας πίσω την κλειστή σκηνή του Κοτοπούλη-Rex,
η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, ανοίγεται στον καθαρό αέρα, όπως αρμόζει και στο βουκολικό της θέμα, και παρουσιάζεται στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Η Ιλειάνα Δημάδη έχει δει την παράσταση και καταγράφει τους λόγους για τους οποίους αξίζει κάποιος να τη (ξανά)δει στην… en plein air εκδοχή της.

Πριν από λίγους μήνες, όταν η «Γκόλφω» έκανε πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο, συνέβη κάτι σπάνιο: το περίφημο και όμως παρεξηγημένο (έως και… ξεγραμμένο) βουκολικό δράμα του 1893 έγινε ξανά της μόδας, κριτικοί και θεατές έδωσαν ομόφωνα ψήφο εμπιστοσύνης στο σκηνοθετικό όραμα του Νίκου Καραθάνου, ουρές σχηματίστηκαν έξω από το Κοτοπούλη-Rex για μια θέση, ενώ οι στίχοι που πρόσθεσε στο έργο η Λένα Κιτσοπούλου (όπως το «είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σ’ αφήνει») έγιναν το διαδικτυακό ραβασάκι πάμπολλων ερωτευμένων του 2013. Πώς συνέβη αυτό; Γιατί απλούστατα ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος αποφάσισε να «αναστήσει» την «Γκόλφω» σκαρώνοντας μια τρυφερή εκκεντρικότητα, στήνοντας μια παράσταση γεμάτη ευαισθησία, σουρεαλισμό, όραμα κι έναν ασυμβίβαστο έρωτα τόσο για το θέατρο όσο και για την Ελλάδα.
Δεν κατέφυγε στην παρωδία ή τη σάτιρα – τουναντίον, αντιμετώπισε σαν καθαρή ποίηση φράσεις όπως το «καλώς τηνε την πέρδικα, πο ’καμα μαύρα μάτια ως να τη δω». Εμφάνισε τους ηθοποιούς ως φουστανελάτους λεβέντες χωρίς να γίνεται γραφικός και αντιμετώπισε την «Γκόλφω» του 19ου αιώνα ως ένα έργο ικανό να συνταράξει τους θεατές του 21ου αιώνα. Αντί λοιπόν να την «κοροϊδεύει», ανέδειξε το βαθύ της αίσθημα, την ξεχασμένη της ντοπιολαλιά και τις μνήμες που κουβαλάει, μεταφέροντάς μας σε ένα σκοτεινό «μαύρο» όνειρο πάνω στα βουνά του Χελμού.
Μαύρες φουστανέλες θα φορούν και πάλι οι ηθοποιοί και υπερμεγέθη μαύρα πουφ θα είναι το σκηνικό αυτής της ελληνικής εκδοχής του σαιξπηρικού έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», την οποία η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου εικονοποίησε αγέρωχα, σε μία από τις τολμηρότερες σε επίπεδο ύφους, τεχνοτροπίας και φόρμας σκηνογραφικές/ενδυματολογικές προτάσεις που έχουμε δει. Πάνω στα μαύρα πουφ σκαρφαλώνουν οι ηθοποιοί, εκεί χορεύουν τα αποδομημένα τσάμικα και τους αμανέδες που συνέθεσε με νεανική τόλμη ο Άγγελος Τριανταφύλλου. Έξοχη είναι και η επιμέλεια κίνησης της Αμάλια Μπένετ. Αυτά τα πουφ, φωτισμένα από τον Λευτέρη Παυλόπουλο με τρόπο λυρικό και απόκοσμο, μεταμορφώνονται σε λόφους και βουνά, για να φανούν κάποια στιγμή στο βάθος της σκηνής –με υπόκρουση ένα ηπειρώτικο μοιρολόι– ένας ζωγραφικός ορίζοντας γεμάτος φωτοσκιάσεις κι ένα ηλιοβασίλεμα που –το ξέρεις καλά– δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικό, βγαλμένο από τις βυζαντινές αγιογραφίες, τους πίνακες του Γύζη και του Λύτρα. Με κορυφαία στιγμή το «μαύρο γλέντι» του θιάσου (φωτό), η παράσταση είχε πολλές αξέχαστες σκηνές: κένταυροι θα παρηγορήσουν στην αγκαλιά τους την Γκόλφω μετά την προδοσία, ντυμένη σαν… αρκούδα θα προβάλει η αντίζηλος Σταυρούλα (εξαιρετικά ερμηνευμένη, στην κόψη του γελοίου και του τραγικού, από τη Μαρία Διακοπαναγιώτου) κι αισιόδοξα θα κλείσει το δράμα τούτο με το τρεχαλητό του Γιάννη Βογιατζή.
Τρία ζευγάρια ηθοποιών διαφορετικής γενιάς υποδύονται τους καταραμένους εραστές του Περεσιάδη: Εύη Σαουλίδου και Χάρης Φραγκούλης, Λυδία Φωτοπούλου και Νίκος Καραθάνος και, τέλος, Γιάννης Βογιατζής και Αλίκη Αλεξανδράκη – με το παθιάρικο φιλί των τελευταίων ξεκινά η παράσταση, υπενθυμίζοντάς μας πως ο έρωτας δεν έχει ηλικία. το ίδιο όμως και η «Γκόλφω»! Έτσι, γεμάτη πάθος, τη θέλει ο σκηνοθέτης, ένα μαύρο –κατάμαυρο– «lovestory» στους λόγγους και στις ραχούλες μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια και μια παράσταση-ορόσημο για το εγχώριο θέατρο, βουτηγμένη στην γκροτέσκο μελαγχολία ή και στο σκοτάδι μέσα στο οποίο την έγραψε ο –τυφλός– Σπυρίδων Περεσιάδης. Σύσσωμος ο θίασος δίνει σπουδαίες ερμηνευτικές στιγμές. ειδική μνεία όμως αξίζει στον Άγγελο Παπαδημητρίου, ο οποίος υποδύεται τον μεγάλο κακό του έργου, τον αρχιτσέλιγκα Ζήση – με τη στεντόρεια φωνή και τη σουρεαλιστική ερμηνεία του απηχεί όλη την ψευτο-μαγκιά και το κάμωμά του… εγχώριου αρχοντοχωριάτη. Η παράσταση μπορεί να υστερεί σε ζητήματα δομής και ρυθμού, έχει όμως τέτοια εσωτερική δύναμη που καθιστά τις όποιες ατέλειές της αμελητέες. Μολονότι θα επαναληφθεί στο Εθνικό Θέατρο την ερχόμενη σεζόν, η εμπειρία να τη δει κάποιος στην Επίδαυρο θα είναι μοναδική. Όσοι… ερωτευμένοι σπεύσατε!
ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
Στις 16/8.