Γοητεύτηκα, συγκινήθηκα, απόλαυσα το "Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα", σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη, μουσική διεύθυνση Θεόδωρου Κουρεντζή, σύλληψη, σκηνοθεσία, χορογραφία, εικαστικό σχεδιασμό του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ένα έργο που με έβαλε ξανά απέναντι σε ένα ιστορικό έργο και μου γέννησε σκέψεις. Κι όταν, λίγες μέρες μετά, ένας συνάδελφος με ρώτησε σχεδόν αυτονόητα "γιατί τελικά είναι τόσο σημαντικός ο Δημήτρης Παπαϊωάννου;", η απάντηση δεν ήρθε θεωρητικά. Ήρθε μέσα από αυτή την επιστροφή.
Το "Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα” επέστρεψε στην Ιστορία. Τρεις δεκαετίες μετά τη γέννησή του, το έργο αυτό έχει καθηλωτική δύναμη!Το 1995, μέσα στο δίπτυχο "Ενός λεπτού σιγή” της ομάδας Εδάφους, γεννήθηκε σε μια εποχή φόβου, απώλειας και βαθιάς ανασφάλειας. Το AIDS, ο θάνατος, η στοχοποίηση της queer κοινότητας ήταν παρόντα, αλλά σχεδόν αόρατα στον δημόσιο λόγο. Το "Ρέκβιεμ” υπήρξε κραυγή, θρήνος, αλλά και πράξη ευθύνης: μια καλλιτεχνική αναγνώριση όσων η κοινωνία προτιμούσε να αποσιωπά.

Σήμερα, στο νέο του πλαίσιο, το έργο αποκτά μια ακόμη πιο σκληρή δραματική διάσταση μιλώντας για την πτώση. Όχι επειδή αλλάζει η ουσία του, αλλά επειδή αλλάζει ο κόσμος γύρω του. Η εμπειρία του περιθωρίου, η απόκλιση από τον ανθρωπισμό, η επιστροφή της ανθρωποφαγίας — όλα αυτά που κάποτε έμοιαζαν τραυματικά αλλά μεταβατικά, επανεμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Το "Ρέκβιεμ” μιλά ξανά για τον έρωτα, τον θάνατο και τον αποκλεισμό κι εδώ αρχίζει να ξεκαθαρίζει γιατί ο Παπαϊωάννου είναι σημαντικός.
Γιατί αντιμετωπίζει την τέχνη ως ενσώματη σκέψη. Το σώμα στο έργο του δεν είναι ποτέ ουδέτερο: είναι ερωτικό, ευάλωτο, συχνά αμφίσημο, φορτισμένο με μνήμη και τραύμα. Μέσα από μεταμορφώσεις, παράλογες συνδέσεις και εικόνες που αντλούν από όλη την ιστορία της τέχνης — από τις φλαμανδικές νεκρές φύσεις μέχρι τα σύγχρονα εικαστικά συμπλέγματα — ο Παπαϊωάννου μας υπενθυμίζει. Η βεβαιότητα του θανάτου διατρέχει το έργο του, αλλά χωρίς σοβαροφάνεια. Το χιούμορ, το παράλογο και η αποδόμηση λειτουργούν ως τρόποι απελευθέρωσης. Από την εξιδανίκευση μέχρι το gender study, από το "Τραγούδι ’99” μέχρι το "Ρέκβιεμ”, επανέρχεται η ίδια εμμονή: ο άνθρωπος ως ον που δεν αρκείται σε αυτό που είναι, που αμφισβητεί τον εαυτό του και το είδωλό του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είναι σημαντικός γιατί εδώ και χρόνια κατασκευάζει ένα καλλιτεχνικό σύμπαν απολύτως αναγνωρίσιμο, χωρίς να γίνεται αυτάρεσκο ή κλειστό. Έναν κόσμο όπου η ιστορία της τέχνης, το σώμα, ο ερωτισμός, το παράλογο και ο χρόνος συνυπάρχουν με φυσικότητα, σαν να ήταν πάντα εκεί. Η δουλειά του κινείται με άνεση ανάμεσα στην αρχαιότητα και το σήμερα, όχι για να αποδώσει φόρο τιμής, αλλά για να επανεφεύρει εικόνες και σύμβολα ανάλογα με τις ανάγκες κάθε έργου.
Κεντρικό ρόλο έχει πάντα το σώμα: ένα σώμα που αμφισβητεί τα όρια των φύλων, της ταυτότητας και του ίδιου του εαυτού. Οι μεταμορφώσεις — αγαπημένο του εργαλείο — φορτίζουν τις εικόνες με ποίηση και αισθησιασμό. Σε πόσα έργα τέχνης πλέον, το ερωτικό στοιχείο είναι πρωτογενές, συνδεδεμένο με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη; Μέσα από αυτό, ο δημιουργός αναζητά την ιερότητα στο πεζό, το νόημα στο φαινομενικά άχαρο — μια πράξη που από μόνη της αποκτά επαναστατική δυναμική.

Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο του μοιάζει συχνά με κιβωτό: σπαράγματα πολιτισμού, μνήμες, εικόνες που περνούν μπροστά μας σαν ασπρόμαυρα κινηματογραφικά ενσταντανέ. Σε αυτή τη φάση ωριμότητας, ο Παπαϊωάννου μοιάζει να στοχάζεται τον χρόνο ως τη μεγαλύτερη δύναμη πάνω στη φύση και τη ζωή — δημιουργό, θεριστή και αυτουργό της φθοράς. Η σημασία του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό του έργο. Οι Τελετές Έναρξης και Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 απέδειξαν ότι η προσωπική του γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε ένα συλλογικό, παγκόσμιο γεγονός χωρίς να χάσει την ποιητική της πυκνότητα. Εκεί, το ιδιωτικό όραμα έγινε δημόσια εμπειρία. Το ίδιο ισχύει και με το "Ρέκβιεμ”, που είδαμε την περασμένη εβδομάδα στην Εθνική Λυρική Σκηνή: μια επιστροφή που επιβεβαιώνει ότι η τέχνη του δεν παλιώνει, αλλά μετατοπίζεται μαζί με τον χρόνο και εμάς.

Ο Παπαϊωάννου είναι σημαντικός γιατί εκτίθεται. Επειδή αποδέχεται την έκθεση ως αναπόσπαστο μέρος της δημιουργίας. Και γιατί, μέσα από συνέπεια, εμμονή και τόλμη, μας καλεί σε έναν κόσμο προσωπικό αλλά ανοιχτό — έναν χώρο όπου η τέχνη μας μαθαίνει να αντέχουμε τα ερωτήματα.
Αυτή τη διαδικασία φωτίζει το ντοκιμαντέρ "Η καρδιά του Ταύρου" της Εύας Στεφανή που μόλις βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η κάμερα παρακολουθεί τον Παπαϊωάννου τη στιγμή που σκέφτεται, αμφιβάλλει, επιμένει, αποτυπώνοντας την έκθεση όχι ως ρίσκο, αλλά ως αναγκαία συνθήκη της δημιουργίας. Το ντοκιμαντέρ λειτουργεί ως μια ήσυχη παρατήρηση ενός καλλιτέχνη σε διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και τους συνεργάτες του. Κι έτσι, η έννοια της έκθεσης — σωματικής, ψυχικής, καλλιτεχνικής — αποκτά υλικότητα.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, το Instagram και το Tik Tok.


