
'Όσο κι αν θεωρούμε ότι έχουμε μια πρώτη ιδέα για μια θεατρική παράσταση πριν βρεθούμε στη θεατρική πλατεία, είναι βαθιά συνταρακτικό να παρακολουθείς μια πραγματικότητα όπου ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, μη μπορώντας να αντέξει το βάρος των όσων λέγονταν για εκείνον και φυσικά το βάρος της ανελευθερίας· ανελευθερίας να είναι απλά ο εαυτός του και ανελευθερίας να βρίσκεται στο πλευρό αυτού που αγαπάει. Η παράσταση "Ο Γιάννης το βούδι” έρχεται απλά να μας θυμίσει ακριβώς πόσο απέχουμε αλλά και πόσο συγκλίνουμε από αυτή την εποχή, που δεν έχει περάσει ακριβώς ανεπιστρεπτί. Αν και από την αρχή καταλαβαίνουμε ότι έρχεται κάτι δυσοίωνο, ο τρόπος που το κείμενο και η σκηνική του προσέγγιση αποκαλύπτει τι έχει συμβεί μέσα από ένα διαρκές παιχνίδι εναλλαγής ρόλων ανάμεσα στους τέσσερις ηθοποιούς, μας εκπλήσσει. Το κείμενο της παράστασης, που προέκυψε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Outreach Project, που πρoωθεί την ελληνική δραματουργία, και γράφτηκε υπό την καθοδήγηση του Βασίλη Κατσικονούρη, βασίζεται σε αποδελτιώσεις πραγματικών συνεντεύξεων και είναι εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία. Την ιστορία του δεκαεξάχρονου Γιάννη που είχε το προσωνύμιο "το βούδι", ο οποίος υπήρξε εξιλαστήριο θύμα μιας μικρής νησιωτικής κοινωνίας με φόντο τη δεκαετία του 1960.
Αναγνωρίζουμε και εδώ στοιχεία από το "Νυχιάνγκ", το πρώτο θεατρικό έργο που είδαμε από την Ευαγγελία Γατσωτή, και κυρίως αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ξεκινάει "ελαφριά" με στοιχεία σκοτεινής κωμωδίας, βάζοντας μας στο κλίμα του καλοσυνάτου νησιού και των κατοίκων του, που υποδέχονται έναν λαογράφο και τη νεαρή βοηθό του με στόχο να συλλέξουν στοιχεία της τοπικής παράδοσης, για να φτάσει έπειτα ξετυλίγοντας σταδιακά το κουβάρι στο "μεδούλι" της φρεσκοασβεστομένης αυλής (μέσα σε μια αυλή ενός αγροτικού σπιτιού εξελίσσονται οι αφηγήσεις που υποδηλώνει ένα διακριτικό ασημένιο πλαίσιο) και σε όσα συμβαίνουν πίσω από την ιδανική εικόνα του καλοσυνάτου χωρικού. Στην παράσταση μάς οδηγούν εκεί οι συνεντεύξεις με τους ντόπιους, αποκαλύπτοντας τη σιωπή και τη συνενοχή. Αν και με ένα τρόπο επέρχεται μια λύτρωση, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πόσες ακόμα τέτοιες ιστορίες είναι θαμμένες κάπου εκεί στην ελληνική επαρχία, μαζί με τα θύματα.

Το ουσιαστικό ενδιαφέρον με το οποίο η νεαρή συγγραφέας χειρίζεται την ιστορία του Γιάννη -ίσως παίζει σημαντικό ρόλο ότι μεγάλωσε και η ίδια σε μια μικρή κοινωνία- είναι εμποτισμένο μέσα στο κείμενο και η διαχείρισή του από τον σκηνοθέτη Παναγιώτη Λιαρόπουλο και τους τέσσερις ηθοποιούς -Φίλιππος Κοντογιώργης, Θανάσης Λυσανδρόπουλος, Σταύρια Νικολάου, Γρηγόρης Πανταζής- το υπηρετεί ευλαβικά. Η Ευαγγελία Γατσωτή δεν φοβάται να φέρει τα γεγονότα στην επιφάνεια και με τόλμη να μιλήσει γι’ αυτή την κουλτούρα της συγκάληψης που στέρησε την ελευθερία έκφρασης ή και την ίδια τη ζωή σε πολλούς ανθρώπους μέσα στις δεκαετίες. Κι εδώ ξεπροβάλλει ξανά αυτή η φράση που διαβάζουμε στο σκηνοθετικό σημείωμα για "μία αληθινή ιστορία που μιλάει διαρκώς σε ενεστώτα χρόνο για το σήμερα".

Μαζί με τους ρόλους οι ηθοποιοί αλλάζουν και ενδύματα (Αρχοντούλα Τσατσουλάκη) τα οποία ανακυκλώνονται εξυπηρετώντας την αποτύπωση των διαφορετικών χαρακτήρων. 'Έχει πολύ ενδιαφέρον πως το "σήμερα" και το "τότε" μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο, καταργώντας την γραμμική αφήγηση. Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει το στόχο του να μην είναι πάντοτε ξεκάθαρο σε ποια ακριβώς χρονική στιγμή στιγμή βρισκόμαστε (2024 ή 1960, βράδυ, μεσημέρι ή πρωί;). Σε στιγμές όμως η διαρκής εναλλαγή των προσώπων θολώνει τα νερά.

Η απλότητα που κυριαρχεί στην σκηνική προσέγγιση του έργου εντείνει την ανατριχιαστική πορεία προς την αποκάλυψη και εν τέλει την υπαρξιακή αγωνία και σε ένα βαθμό λύτρωση που βιώνει κανείς όταν το άψυχο σώμα του Γιάννη ετοιμάζεται, καθαρίζεται και ντύνεται από τον υπόλοιπο θίασο - το αποκορύφωμα στο κρεσέντο της παράστασης. Το διακριτικό ασημένιο πλαίσιο με τις κουρτίνες (Αλκυόνη Δίβαρη, Λία Μαντούβαλου), η παρουσία του μουσικού Hydrama πάνω στη σκηνή, το μικρόφωνο, οι καρέκλες και τα ρούχα που μεταλλάσσονται στα χέρια των ηθοποιών, οι φωτισμοί (Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου) δένουν ιδανικά με τον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο του Ιδρύματος "Μιχάλης Κακογιάννης". Δημιουργείται έτσι μια αίσθηση κλειστοφοβίας και απομόνωσης, ενισχύοντας το αίσθημα ότι οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι όχι μόνο σε έναν γεωγραφικά απομακρυσμένο τόπο, αλλά και σε έναν φαύλο κύκλο καταπίεσης όπου η βία είναι ένα καθημερινό και αποδεκτό εργαλείο επιβολής. Η αφαιρετική διάθεση και η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ποιητικό και στο ρεαλιστικό επιτρέπει στην αφηγηματική προσέγγιση να ανθίσει, δίνοντας χώρο στη φαντασία του θεατή να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο Γιάννης το βούδι
Η εικόνα του καλοσυνάτου χωρικού ανατρέπεται καθώς ένας λαογράφος και μια νεαρή γυναίκα ξεκινούν μια φολκλορική αναζήτηση, παίρνοντας συνεντεύξεις από τους ντόπιους σε ένα νησί. Οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μία την άλλη με τους δύο ήρωες να έρχονται αντιμέτωποι με τον κόσμο της σιωπής και της συνενοχής, που θα τους στροβιλίσει βασανιστικά μέχρι την τελική κάθαρση. Η παράσταση επιδιώκει να φωτίσει την πραγματική ιστορία ενός παιδιού που η συλλογική μνήμη του τόπου του θέλησε να τον σβήσει από τις σελίδες του. Το έργο γράφτηκε στο πλαίσιο του 3ου Outreach Project, υπό την καθοδήγηση του συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη, και βασίζεται σε πραγματικές συνεντεύξεις.