Στη σφαίρα της Ηρακλειάς, όλα είναι άγρια και γαλήνια 12/09/2020

Καταμεσής της θερινής σεζόν τα λίγα αρμυρίκια στη βασική παραλία του νησιού είναι αρκετά για τους παραθεριστές που θέλουνε ίσκιο ανάμεσα στις βουτιές τους. Τα μελτέμια πιάσανε από νωρίς φέτος, οπότε μάταιο να προσπαθήσεις για ομπρέλα. Κάθεσαι, βυθίζεις τα χέρια σου στην άμμο και ρεμβάζεις, όσο οι αέρηδες σβήνουνε με χάρη ήχους και σκέψεις απ’ την ατμόσφαιρα.

Τέλος οι βιασύνες, τα πρέπει, ο συνωστισμός κι η βαβούρα. Τέλος οι οργανωμένες παραλίες, τα βενζινάδικα, τα ταξί, τα μεγάλα μαγαζιά κι οι φανφάρες. Καλώς ήρθες στο ησυχαστήριο της Ηρακλειάς, της πιο άγνωστης κι αμόλυντης των Μικρών Κυκλάδων, που αναπνέει στα νότια της μαμάς Νάξου με λιγότερο από ενενήντα κατοίκους το χειμώνα αλλά πείσμα αγέρωχο για να τα βγάζει πέρα παρά τις δυσκολίες.

Δύο οικισμοί όλοι κι όλοι σημειώνονται στο χάρτη, ο ένας στο λιμάνι του Αϊ-Γιώργη που υποδέχεται τους επισκέπτες απ’ το καράβι μ’ ένα μεγάλο «Welcome» στα βράχια (αλά Χόλιγουντ) και ο άλλος επάνω στο βουνό, η Χώρα δηλαδή, που αποκαλείται «Παναγιά».

Παρότι η μεγαλύτερη στο νησιωτικό της σύμπλεγμα, η Ηρακλειά είναι αξιοποιημένη οικιστικά μόνο σε ένα μικρό τμήμα της– να αναφέρουμε ότι μέχρι το 1983 δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ μέχρι σήμερα χρειάζεται την αρωγή άλλων λιμανιών για πολλά πράγματα, όπως νερό τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν οι ποσότητες απ’ την πηγή και τη μονάδα αφαλάτωσης δεν επαρκούν. Κατ’ επέκταση, το υπόλοιπο κομμάτι του νησιού μένει παραδομένο στη φύση, στους φρυγανότοπους, τους ηλιοκαμένους λόφους και τα βράχια, όπου συνυπάρχουν σπάνια είδη πτηνών και φυτών. Βλέπεις, όλη η Ηρακλειά ανήκει στο δίκτυο Natura 2000.

«Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια γίνονται βήματα για να αναπληρώσει η Ηρακλειά το χαμένο χρόνο», μου λέει ο Μανόλης που παραθερίζει σταθερά κάθε καλοκαίρι σ’ ένα εξοχικό με ελιές έξω απ’ το χωριό. «Φτιάχτηκε ελικοδρόμιο, τα ιατρικά κέντρα έγιναν δύο, πράγμα πολύ σημαντικό για τη φετινή χρονιά, ξαναχτίστηκαν σχολεία, αλλά παραμένει ένας γαλήνιος τόπος της άγονης γραμμής με τους δικούς του ρυθμούς». Αραιά και πού μόνο, θα δεις αμάξι να κινείται. Αν πετύχεις τρία ή τέσσερα στη σειρά, μάλλον έφτασε καράβι. Κι αυτό επειδή όλα καλύπτονται με τα πόδια στο νησί.

Υπάρχει μονάχα ένας ασφάλτινος δρόμος, μήκους ούτε επτά χιλιομέτρων, που δεν είναι δα και άθλος να τον περπατήσεις άμα χάσεις το πουλμανάκι του Στράτου (6977397950), το οποίο εκτελεί χρέη δημοτικής συγκοινωνίας.

Ωστόσο, κατά βάση, σε αφορά μόνο Αϊ-Γιώργης κι ένα χιλιόμετρο πέριξ αυτού. Εκεί βρίσκονται οι διακόσιες περίπου κλίνες του νησιού (μικρά στούντιο με συμπαθέστατους κηπάκους), τα εστιατόρια και τα λίγα μπαράκια, όπως και το παραδοσιακό οινοπαντοπωλείο «Η Μέλισσα» (2285029077) που λειτουργεί επίσης ως καφενείο, ουζερί, πρατήριο φούρνου και πρακτορείο εισιτηρίων, αποτελώντας μια ζωντανή κυψέλη πρωί-βράδυ. Στα ράφια του θα βρεις σπιτικές μαρμελάδες, λικέρ και φάβα παραγωγής τους πεντανόστιμη, αφού «το χώμα της Ηρακλειάς είναι φυρό και δίνει άλλη γεύση», όπως εξηγεί η κυρα-Γιωργία πίσω απ’ το ταμείο.

Μέσα σε λίγες ώρες, θα έχεις βρει όσα αξίζουν να τιμήσεις: πρωινό στη βεράντα στο «Μαϊστράλι» (2285071807), ποτό το βράδυ στο «Εν λευκώ» (2285077027) ή στο «Surfing Bird» (2285077635) με θέα το μικρό Βενέτικο απέναντι και, οπωσδήποτε, μια στάση στη βαθιά νοστιμιά της «Ακαθής» (2285071118) αλλά και στο εστιατόριο που άνοιξε πέρσι στον τόπο του ο σεφ Γιάννης Γαβαλάς («Araklia», 2285071570).

Κοντά σου βρίσκονται, επίσης, δύο παραλίες: από τη μία, η μικρή αμμουδιά μπροστά απ’ το λιμάνι με αλμυρόδεντρα σαν πλατάνια (παλιότερα υπήρχε πηγάδι, όπως μάθαμε, που τα έτρεφε) κι από την άλλη, η μεγάλη χρυσαφένια ακτή στο Λιβάδι, όπου άλλες χρονιές στήνουν οι ελεύθεροι κατασκηνωτές τις σκηνές τους. Ρηχά νερά, τιρκουάζ αποχρώσεις κι ελευθερία, αφού προς το τέλος της αμμουδιάς δεν χρειάζεται καν μαγιό.

Μπορείς να αγναντέψεις καλύτερα την ομορφιά της απ’ το «Πέρα Πάντα» (2285077009), παρέα μ’ ένα ποτήρι από ελληνικό αμπελώνα, ενώ αν συνεχίσεις το δρόμο θα καταλήξεις στη λιλιπούτεια Παναγιά για να φας το μοναδικό σουβλάκι του νησιού απ’ τη «Δροσιά» (6988724349) που άνοιξε φέτος ψήνοντας δικά της κρέατα.

Απ’ τη Χώρα μπορείς να φτάσεις στην τρίτη (και τελευταία) παραλία που προσεγγίζεται εύκολα, το Τουρκοπήγαδο, έναν παραδεισένιο μακρόστενο όρμο με αραγμένα καϊκάκια και ταχύπλοα, σαν φυσική πισίνα. Για τις υπόλοιπες παράκτιες ομορφιές, χρειάζεται το καραβάκι «Άνεμος» (2285071145) που κάνει καθημερινά τουρ στον ήρεμο Καρβουνόλακο και την Αλιμιά, στο βυθό της οποίας σε περιμένουν τ’ απομεινάρια ενός γερμανικού υδροπλάνου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι περισσότεροι τουρίστες περνάνε δύο ή τρεις ημέρες εδώ, τριγυρνώντας από κυκλαδονήσι σε κυκλαδονήσι, αλλά όσοι διαλέγουν συνειδητά την Ηρακλειά γνωρίζουν πως θέλει χρόνο και περπάτημα για να σε γαληνέψει. Το νησί είναι ιδιαίτερα γνωστό για τα πεζοπορικά του μονοπάτια, συνολικού μήκους 16 χλμ., τα οποία διατρέχουν το πιο άγριο και παρθένο κομμάτι.

Ξανανοίγοντας τα δρομάκια που είχαν χαράξει παλιότερα οι ντόπιοι με ξερολιθιές, η τοπική αρχή παρουσίασε το 2008 ένα δίκτυο οκτώ σηματοδοτημένων διαδρομών που πλέον αναγράφονται σε κάθε τουριστικό χάρτη. Βήμα βήμα μπορείς να φτάσεις στο Κάστρο πάνω απ’ το Λιβάδι (ελληνιστικής περιόδου), στην κορυφή του Πάπα (429 μ.) με τους γύπες αλλά και στη Βορεινή Σπηλιά, ένα πανέμορφο άνοιγμα των βράχων στο βορεινό ρεύμα με δύο χαλικωτούς κολπίσκους, όπου δυστυχώς κανείς δεν φροντίζει να απομακρύνει όσα ξεβράζει η θάλασσα, δίχτυα, καλάμια και πλαστικά.

Το πιο όμορφο μονοπάτι, χωρίς αμφιβολία, είναι αυτό που οδηγεί στο σημαντικότερο αξιοθέατο του νησιού. Το ονομαστό σπήλαιο του Αϊ-Γιάννη, έβδομο μεγαλύτερο στην Ελλάδα (2.000 τ.μ.), χρειάζεται πάνω από μία ώρα πεζοπορίας απ’ την Παναγιά αλλά σε αποζημιώνει για κάθε σου ανάσα. «Πρόκειται για το πιο εντυπωσιακό σπήλαιο των Κυκλάδων αλλά και το λιγότερο αξιοποιημένο», μου λέει ο ξεναγός Νεκτάριος Κωβαίος (6979781603), όσο ακόμη περπατάμε προσέχοντας μην παραπατήσουμε. Βρισκόμαστε στο φρύδι του Μέριχα και το απόκρημνο τοπίο μοιάζει με ποίημα, ενώ στο τέλος της κατηφόρας μάς περιμένει το περίφημο έργο της φύσης που κρύβεται πίσω από μια μικρή τρύπα.

Για να μπεις χρειάζεται να μπουσουλήσεις δυο-τρία μέτρα –βαθιά εισπνοή οι κλειστοφοβικοί–, αλλά μετά μια τεράστια δροσερή αίθουσα ανοίγεται στο εσωτερικό. «Εδώ μαζεύονται πάνω από εκατό άτομα στις 28 Αυγούστου, την παραμονή της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου, για τον εσπερινό», συνεχίζει ο Νεκτάριος, μια και σύμφωνα με την παράδοση εντός του σπηλαίου βρέθηκε εικόνα του αγίου ύστερα από θεόσταλτο σημάδι.

Tριγύρω, σταλακτίτες και σταλαγμίτες εξουσιάζουν με την επιβλητική όψη και σιωπή τους, μαρτυρώντας την αιωνόβια ιστορία τους απ’ τους τραχείς τους όγκους. «Κάθε εκατοστό χρειάζεται εκατό χρόνια σταγόνα-σταγόνα για να δημιουργηθεί». Με την αναγκαία βοήθεια του ξεναγού, πάτημα-πάτημα για να μη γλιστρήσουμε, φτάνουμε στην πέμπτη κι εντυπωσιακότερη αίθουσα του σπηλαίου, όπου απαντάται το σπηλαιόγαλα, μια σπάνια ρευστή σταλαγματική ύλη σε λευκό χρώμα. Κίτρινο και μαύρο απ’ το ελλιπές οξυγόνο συνεχίζουν τον πίνακα των βράχων. Εδώ, η γαλήνη και η αγριάδα ψιθυρίζουν τι εστί Ηρακλειά.

Άγγελος Κλάδης