Γυρίσαμε την Κολομβία και διαπιστώσαμε ότι ο μόνος κίνδυνος είναι να μη θέλεις να φύγεις 22/02/2019

Από την Ισαβέλλα Ζαμπετάκη

 Πανοραμική θέα της Μπογκοτά από το τελεφερίκ που ανεβαίνει το όρος Μονσεράτ.
Πανοραμική θέα της Μπογκοτά από το τελεφερίκ που ανεβαίνει το όρος Μονσεράτ.

Η Μπογκοτά είναι μια χαοτική και, εκ πρώτης όψεως, ψυχρή πόλη· δεν είναι τυχαίο ότι οι Κολομβιανοί των περιοχών της Καραϊβικής την αποκαλούν «ψυγείο». Είναι όμως πολύ ιδιαίτερες οι πρωινές στιγμές, όταν η ομίχλη κατεβαίνει τις κάθετες πλαγιές των βουνών στα ανατολικά της και τυλίγει τα πολύχρωμα αποικιοκρατικά οικήματα στη γειτονιά της Καντελάρια.

Με τις εσωτερικές αυλές και τα ψηλά ταβάνια, τα κτίρια αυτά δείχνουν εντελώς αταίριαστα με το ψυχρό και υγρό κλίμα της περιοχής. Ο Καμίλο Αλφόνσο, αρχιτέκτονας, αντικέρ και ιδιοκτήτης του ξενώνα «The Candelaria House», μου εξηγεί ότι αυτό ήταν το μοναδικό μοντέλο δόμησης που προβλεπόταν στο εγχειρίδιο αποικισμού των Ισπανών. «Έχουμε όμως άλλα μέσα για να ζεσταινόμαστε», προσθέτει με χαμόγελο και μου προσφέρει άγουα ντε πανέλα (ζεστό ζαχαρόνερο, που πίνεται με κομμάτια από κίτρινο τυρί βουτηγμένα μέσα στο φλιτζάνι). Χαζεύοντας την εσωτερική αυλή της ατμοσφαιρικά αποκατεστημένης οικίας των αρχών του 16ου αιώνα στην οποία στεγάζεται ο ξενώνας, σκέφτομαι ότι –αν και αταίριαστο– το μοντέλο των Ισπανών άφησε στην πόλη μια όμορφη κληρονομιά.

 Aίσθηση αποικιοκρατίας στη γειτονιά της Καντελάρια στην Μπογκοτά.
Aίσθηση αποικιοκρατίας στη γειτονιά της Καντελάρια στην Μπογκοτά.

Εκτός από το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, η Καντελάρια αποτελεί επίσης βολικό σημείο για διαμονή. Εκεί βρίσκονται πολλά από τα σημαντικότερα μουσεία της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του Μουσείου Χρυσού και του Μουσείου Μποτέρο, με έργα του διάσημου Κολομβιανού ζωγράφου και γλύπτη. Απολαυστική εισαγωγή τόσο στην πόλη της Μπογκοτά όσο και στη σύγχρονη Ιστορία της χώρας αποτελεί το εξαιρετικό graffiti tour της εταιρείας Bogota Graffiti, που περιλαμβάνει έργα των σημαντικότερων street artists: από τον Guache και τις αναφορές στις παραδόσεις των ιθαγενών μέχρι τον Juegasiempre και τους τροπικούς ανανάδες-χειροβομβίδες.

 Γκράφιτι τουρ στους δρόμους της Μπογκοτά.
Γκράφιτι τουρ στους δρόμους της Μπογκοτά.

Την Κυριακή που πολλοί δρόμοι της πόλης παραδίδονται στους πεζούς, ο Καμίλο και ο σύντροφός του Χάιρο με προσκαλούν σε έναν περίπατο στο ­­κέντρο. Νεαρά ζευγάρια με βρεφικά καροτσάκια, ποδηλάτες που κρατούν το σκύλο στο ένα χέρι και ηλικιωμένοι με τρανζιστοράκια δεμένα στη ζώνη του παντελονιού κατακτούν την πόλη, ενώ οι πλατείες γεμίζουν χορευτές, μουσικούς και… κονφερανσιέ του δρόμου, που διηγούνται αστεία και ανέκδοτα για να προσελκύσουν το κοινό τους.

Οι Κολομβιανοί είναι από τους ανθρώπους που ξέρουν να διασκεδάζουν με τα απλά πράγματα και η Μπογκοτά, αν και ψυχρή από κλιματικής άποψης, έχει μια αναμφισβήτητα ζεστή καρδιά. Δεύτερος σταθμός στην κυριακάτικη βόλτα μας είναι η υπαίθρια αγορά που στήνεται στη γειτονιά του Ουσακέν. Εκεί χειροτέχνες και πραγματευτές πουλάνε τα πάντα: από κολομβιανό καφέ και σοκολάτα μέχρι αντίγραφα του ορνιθόπτερου του Ντα Βίντσι από επαναχρησιμοποιημένα υλικά, μικροσκοπικές τσίβας (τα υπερφορτωμένα, πολύχρωμα παραδοσιακά λεωφορεία της επαρχίας) και πήλινες σφυρίχτρες των Άνδεων. Επιστρέφοντας στην Καντελάρια, ο Καμίλο και ο Χάιρο με προσκαλούν ευγενικά να δοκιμάσω τη σούπα που έφτιαξαν. Έπειτα από μόλις μιάμιση ημέρα στην Κολομβία, νιώθω ήδη σαν στο σπίτι μου.

 Ο καθεδρικός της Zipaquira, στα περίχωρα της Μπογκοτά, αποτελεί έναν πρωτότυπο καθεδρικό κατασκευασμένο μέσα σε σπήλαια αλατιού.
Ο καθεδρικός της Zipaquira, στα περίχωρα της Μπογκοτά, αποτελεί έναν πρωτότυπο καθεδρικό κατασκευασμένο μέσα σε σπήλαια αλατιού.

Το τρίγωνο του καφέ

Νωρίς το επόμενο πρωί πετάω με αεροπλάνο πάνω από τις Άνδεις και προσγειώνομαι στο αεροδρόμιο του Μανισάλες, μιας περιοχής με εντυπωσιακά ανήσυχο γεωγραφικό ανάγλυφο. Το Μανισάλες βρίσκεται περίπου στη μέση της ζώνης παραγωγής καφέ, στο νοητό τρίγωνο που σχηματίζεται νότια του Μεδεγίν και βόρεια της Κάλι και του Ιβαγέ. Ο καφές δεν αποτελεί μόνο βασικό εξαγώγιμο προϊόν της Κολομβίας αλλά και μία από τις πιο δημοφιλείς νέες θεματικές του τουρισμού της.

 H Hacienda Venecia είναι μια επισκέψιμη οικογενειακή φυτεία, που μετρά πάνω από 100 χρόνια ζωής.
H Hacienda Venecia είναι μια επισκέψιμη οικογενειακή φυτεία, που μετρά πάνω από 100 χρόνια ζωής.

Το τρίγωνο του καφέ απολαμβάνει ένα ήπιο κλίμα «αιώνιας άνοιξης» και το ηφαιστειακό παρελθόν της περιοχής ευθύνεται για ένα ανάγλυφο γεμάτο απόκρημνους λόφους και καταπράσινες κοιλάδες. Πρώτος μου σταθμός στο βασίλειο του καφέ είναι η Hacienda Venecia, μια οικογενειακή φυτεία με πάνω από 100 χρόνια ζωής. Η χασιέντα καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση, την οποία μπορείς να εξερευνήσεις μέσα από σηματοδοτημένα μονοπάτια, κι έναν ξενώνα, όπου μπορείς να διανυκτερεύσεις για μία ή και παραπάνω νύχτες.

Στα κτίρια κυριαρχεί το λευκό χρώμα, με πινελιές από κόκκινο, ενώ τριγύρω βλέπεις ψηλά και φουντωτά καφεόδεντρα. Εκατοντάδες συλλέκτες σκαρφαλώνουν τις απόκρημνες πλαγιές της φυτείας για να συλλέξουν τον καφέ με το χέρι και η συγκομιδή φορτώνεται στο τέλος της ημέρας σε τζιπ. Κατά την ξενάγηση ο Χουάν Πάμπλο Ετσεβερί, ιδιοκτήτης της φυτείας, μας εξηγεί ότι για την υψηλή ποιότητα του καφέ της Κολομβίας –και της ποικιλίας Arabica που παράγει η συγκεκριμένη περιοχή– ευθύνονται η υγρασία, το έδαφος και το υψόμετρο.

 Παραδοσιακή προετοιμασία κολομβιανού καφέ.
Παραδοσιακή προετοιμασία κολομβιανού καφέ.

Διασχίζοντας ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι ανάμεσα σε ένα «τούνελ» από πελώρια καφεόδεντρα, παρατηρούμε τους άγουρους πράσινους και τους ώριμους κόκκινους καρπούς του καφέ να συνυπάρχουν στα κλαδιά. Αυτό οφείλεται στο ότι η Κολομβία έχει δύο εναλλαγές υγρής και ξηρής περιόδου μέσα στον ίδιο χρόνο και αυτό υπαγορεύει ιδιαίτερη προσοχή στο στάδιο της συλλογής.

Η ξενάγηση ακολουθεί τον καρπό του καφέ σε όλα τα στάδια της επεξεργασίας του στη φυτεία και καταλήγει σε μια ξύλινη βεράντα, όπου ο καφές καβουρδίζεται και οι συμμετέχοντες έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε και να συγκρίνουμε τις διαφορές που προκύπτουν στη γεύση και στο άρωμα ανάλογα με την ένταση του καβουρδίσματος και τη διάρκεια της εκχύλισης. Λιγάκι αργότερα, ξαπλωμένοι στις πολύχρωμες αιώρες της βεράντας, κουβεντιάζουμε με τον Χουάν Πάμπλο για το πώς η κατανάλωση καφέ συνήθως ανεβαίνει σε περιόδους οικονομικής κρίσης αλλά και για τις ανερχόμενες αγορές της Σουηδίας και της Ιαπωνίας. Την κουβέντα μας σφραγίζει η προσωπική του φιλοσοφία για το προϊόν στο οποίο επέλεξε να αφοσιωθεί: «Το τσάι είναι για την ψυχή, η σοκολάτα για την καρδιά και ο καφές για το μυαλό».

Τα χωριά και τα τοπία των Άνδεων

 Τα πολύχρωμα σπίτια του κολομβιανού Salento, ενός από τα χωριά του Τριγώνου του Καφέ.
Τα πολύχρωμα σπίτια του κολομβιανού Salento, ενός από τα χωριά του Τριγώνου του Καφέ.

Το πλούσιο άρωμα του καφέ κυριαρχεί και στην κεντρική πλατεία του Χαρδίν, εκεί όπου οι συνδυασμοί χρωμάτων στα πορτοπαράθυρα των σπιτιών συναγωνίζονται την τροπική βλάστηση που σφιχταγκαλιάζει το χωριό. Στα χρωματιστά τραπεζοκαθίσματα των παραδοσιακών καφενείων δίνουν ραντεβού από νωρίς το πρωί ντόπιοι κι επισκέπτες για ένα –κι άλλο ένα– φλιτζάνι τίντο, όπως λέγεται εδώ ο καφές φίλτρου. Η φήμη που έχουν οι Παΐσας, οι κάτοικοι της Βορειοδυτικής Κολομβίας, τους θέλει ιδιαίτερα φιλόξενους και πράγματι, προτού προλάβω να κάνω το γύρο της πλατείας, μια παρέα ντόπιων με έχει ήδη προσκαλέσει να καθίσω στο τραπέζι τους. Ενδιαφέρονται να μάθουν νέα από την Ελλάδα και να με ενημερώσουν για τις τελευταίες εξελίξεις στο δικό τους μικρό παράδεισο, στον οποίο αγοράζουν σπίτια ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι.

Το πιο γνωστό και πιο δημοφιλές ανάμεσα στα χωριά του καφέ είναι οπωσδήποτε το Σαλέντο. Αυτό το οφείλει τόσο στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική όσο και στη γειτνίασή του με την κοιλάδα της Κοκόρα, όπου φύονται κάποιοι από τους υψηλότερους φοίνικες στον πλανήτη. Πολύχρωμα αμερικάνικα τζιπάκια Willy διασχίζουν την πλατεία του από νωρίς το πρωί μέχρι τη νύχτα, μεταφέροντας τους επισκέπτες στα γειτονικά χωριά και στην Κοκόρα. Εκεί οι φοίνικες, που φτάνουν μέχρι και τα 150 μέτρα ύψος, δημιουργούν ένα ονειρικό σκηνικό για πεζοπορία.

Ακολουθώντας το μονοπάτι που ανηφορίζει στους λόφους, έχεις την ευκαιρία να θαυμάσεις αυτούς τους επιβλητικούς φοίνικες, το εθνικό δέντρο της Κολομβίας. Αξίζει, μάλιστα, να επισκεφθείς την κοιλάδα της Κοκόρα νωρίς το πρωί, οπότε είναι πιθανότερο να δεις τους κιτρινοπράσινους παπαγάλους που φωλιάζουν στα δέντρα αλλά και να απολαύσεις αυτήν την αίσθηση ηρεμίας από τον ήχο των φύλλων του φοίνικα που σείονται απαλά.

 Βουτιές στα νερά της Καραϊβικής στη Magdalena, μία από τις λιγότερο γνωστές παραλίες του Εθνικού Πάρκου Ταϊρόνα.
Βουτιές στα νερά της Καραϊβικής στη Magdalena, μία από τις λιγότερο γνωστές παραλίες του Εθνικού Πάρκου Ταϊρόνα.

Η κοιλάδα Κοκόρα αποτελεί μέρος του Εθνικού Πάρκου Λος Νεβάδος και τα όμορφα φυσικά τοπία αλλά και η πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής ενέπνευσαν τον Τζόναθαν Χαραμίγιο Ραμίρες από το χωριό Ριοσούσιο να δημιουργήσει την Ingruma Experiencia & Aventura, μια εταιρεία φυσιολατρικού τουρισμού. Το Ριοσούσιο απλώνεται κάτω από τον εντυπωσιακό γρανιτένιο λόφο Ινγκρουμά και δεν έχει ακόμη γνωρίσει έντονη τουριστική ανάπτυξη.

Το όραμα ανθρώπων όπως ο Τζόναθαν είναι να μπορέσουν να προσελκύσουν επισκέπτες που ενδιαφέρονται τόσο για δραστηριότητες στη φύση όσο και για την κουλτούρα των ιθαγενών. Όλα αυτά μου τα εξηγεί καθώς πίνουμε τσίτσα, ένα αλκοολούχο ποτό που φτιάχνουν από καλαμπόκι δύο οικογένειες του χωριού. Η τσίτσα, αποθηκευμένη μέσα σε μεγάλες κολοκύθες, αποτελεί και το επίσημο ποτό του μεγάλου Καρναβαλιού του Διαβόλου, που πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια στο Ριοσούσιο.

Το τελευταίο καρναβάλι έγινε στις 4-9/1/2019 και ο πυρήνας της ομάδας των «διαβόλων» και των «αγγέλων» που το συντόνισαν εργάστηκαν πυρετωδώς στο «Café Carnaval» της κεντρικής πλατείας, με σύνθημα «Κάθε άγγελος χρειάζεται έναν διάβολο για να πίνει παρέα τον καφέ του». Η παράδοση του καρναβαλιού ξεκίνησε από το 1847 ως πράξη συμφιλίωσης ανάμεσα στους καθολικούς ιερείς και τους ιθαγενείς της περιοχής και στην πορεία ενσωμάτωσε στοιχεία ευρωπαϊκής και αφρικανικής κουλτούρας. Μέχρι σήμερα, ο «διάβολος» επισκέπτεται το Ριοσούσιο για να σατιρίσει μαζί με τους πολίτες όλα όσα συνέβησαν σε αυτήν τη μικρή πόλη κατά την απουσία του και για να συμφιλιωθεί μαζί τους μέσα από μια γιορτή μουσικής, χορού, μεταμφιέσεων και παρελάσεων.

Μεδεγίν: ο Εσκομπάρ δεν μένει πια εδώ

 Το Μεδεγίν είναι η πρώτη πόλη στον κόσμο που ενέταξε τα τελεφερίκ στο σύστημα των δημόσιων μεταφορών της.
Το Μεδεγίν είναι η πρώτη πόλη στον κόσμο που ενέταξε τα τελεφερίκ στο σύστημα των δημόσιων μεταφορών της.

Πολύ διαφορετικό είναι το σκηνικό στο Μεδεγίν, μια μεγαλούπολη που συνδυάζει τα ψηλά, σύγχρονα κτίρια με τις ατελείωτες παραγκουπόλεις στις πλαγιές των βουνών που την περιβάλλουν. Το Μεδεγίν μπορεί να δείχνει ακόμη «άγριο» στην όψη, αλλά έχει αποταχθεί πλήρως τον τίτλο της παγκόσμιας πρωτεύουσας του εγκλήματος που το στιγμάτιζε μέχρι κάποιες δεκαετίες πίσω.

Τα καρτέλ των ναρκωτικών και η ιστορία του Πάμπλο Εσκομπάρ δεν αποτελούν πια παρά θεματική που προσελκύει κυρίως Αμερικανούς τουρίστες σε σχετικές ξεναγήσεις. Κατά τα άλλα, το Μεδεγίν έχει επενδύσει συστηματικά στην αναβάθμιση του επιπέδου ζωής των κατοίκων του και δεν είναι τυχαίο το ότι απέσπασε το 2013 τον τίτλο της πιο καινοτόμου πόλης παγκοσμίως. Αρχιτεκτονικά δείγματα της μεταμόρφωσής του αποτελούν το Μουσείο της Μνήμης, με μαρτυρίες από τα χρόνια του εμφυλίου της Κολομβίας, οι Βοτανικοί Κήποι και το Πάρκο των Ξυπόλυτων Ποδιών, που προσκαλεί τους επισκέπτες να το εξερευνήσουν χωρίς παπούτσια.

Βασικός άξονας αυτής της αλλαγής υπήρξε η ανάπτυξη ενός σύγχρονου δικτύου συγκοινωνιών, που περιλαμβάνει το μοναδικό μετρό στην Κολομβία, μια σειρά από εντυπωσιακά αστικά τελεφερίκ αλλά και πολλές υπαίθριες κυλιόμενες σκάλες που συνδέουν τις δυσπρόσιτες παραγκουπόλεις με το κέντρο, πράγμα που «έσπασε» τα γκέτο σε πολλά από τα επικίνδυνα προάστια του Μεδεγίν. Ένα από τα κεντρικά πλέον τουριστικά αξιοθέατα της πόλης είναι η street art στους δρόμους της Comuna 13, μιας άλλοτε απλησίαστης παραγκούπολης. Όπως μας εξηγεί ξεναγός της οργάνωσης Comuna 13 Graffiti Tour, οι κάτοικοι περιοχών όπως η Comuna 13 χρειάζονταν στο παρελθόν περίπου δύο ώρες για να φτάσουν στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, τους βασικούς τους εργοδότες, γεγονός που έστρεψε πολλούς σε αναζήτηση πιο «εύκολων» εναλλακτικών για να κερδίζουν τα προς το ζην.

Σήμερα, ωστόσο, ντόπιοι κι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα της εύκολης μετακίνησης προς και από την παραγκούπολη, το προφίλ της οποίας έχει αλλάξει δραματικά, με δεκάδες αυτοσχέδιες καφετέριες, μπαράκια και καταστήματα πώλησης σουβενίρ να ξεφυτρώνουν στις πρασιές και στις εισόδους των σπιτιών και τους κατοίκους να σπεύδουν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των ορδών τουριστών που καταφθάνουν για να φωτογραφίσουν τα γκράφιτι.

 Η σύγχρονη συνοικία της Boca Grande στην Καρταχένα.
Η σύγχρονη συνοικία της Boca Grande στην Καρταχένα.

Καρταχένα: σαν μυθιστόρημα του Μάρκες

Η αποικιοκρατική της αρχιτεκτονική και οι τροπικές παραλίες που την περιβάλλουν καθιστούν την Καρταχένα τον δημοφιλέστερο τουριστικό προορισμό στην Κολομβία. Τα στενά δρομάκια της Παλιάς Πόλης διασχίζουν παραδοσιακές άμαξες, βιαστικά ταξί και υπαίθριοι πωλητές φρούτων και χυμών. Επιλέγοντας να κάνεις μια βόλτα νωρίς το πρωί ή προτιμώντας τους πιο απόκεντρους δρόμους της Παλιάς Πόλης, μπορείς να απολαύσεις την αύρα της εποχής που η πόλη ήταν σημαντικό λιμάνι στο εμπόριο ανάμεσα στην Ευρώπη και στον Νέο Κόσμο.

 Η παλιά και η νέα πόλη της Καρταχένα.
Η παλιά και η νέα πόλη της Καρταχένα.

Τα στενά του ιστορικού κέντρου επιφυλάσσουν και λογοτεχνικές εκπλήξεις, αφού η πόλη αποτέλεσε σκηνικό και πηγή έμπνευσης για πολλά βιβλία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Κάποια τέτοια σημεία μού αποκαλύπτει ο Ενσούντσο ντε λα Μπάρσενα, δημοσιογράφος και συγγραφέας που ετοιμάζει να εκδώσει ένα βιβλίο συνεντεύξεων με την ετεροθαλή αδερφή του Μάρκες. Κάνοντας έναν απογευματινό περίπατο στην Παλιά Πόλη, διασχίζουμε την πύλη των γραφιάδων που αναφέρεται στον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας» και δεν είναι άλλη από το σύγχρονο Πορτάλ ντε λος Ντούλσες.

 Τα γλυπτά... παίζουν σκάκι στη δημοφιλή πλατεία San Pedro Claver της Καρταχένα.
Τα γλυπτά... παίζουν σκάκι στη δημοφιλή πλατεία San Pedro Claver της Καρταχένα.

Καθόμαστε σε ένα από τα παγκάκια της πλατείας Φερνάντες ντε Μαδρίδ, που ταυτίζεται με το Πάρκο των Ευαγγελίων, στο οποίο ο ρομαντικός Φλορεντίνο Αρίσα περίμενε υπομονετικά την αγαπημένη του Φερμίνα Δάσα, και ρίχνουμε κλεφτές ματιές στην κρύπτη του πρώην μοναστηρίου της Σάντα Κλάρα, εκεί όπου ο Μάρκες εμπνεύστηκε το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων». Εντυπωσιακό φινάλε του αυτοσχέδιου λογοτεχνικού μας περιπάτου αποτελεί η οδός Σαν Ντιέγκο, στο τέλος της οποίας βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας του Μάρκες. Ακριβώς δίπλα, την πρόσοψη του ξενοδοχείου «Makondo» κοσμεί μία από τις διάσημες φράσεις του συγγραφέα: «Κανένα μέρος στον κόσμο δεν είναι πιο θλιβερό από ένα άδειο κρεβάτι». Ο Ενσούντσο σπεύδει ωστόσο να προσθέσει ότι η Καρταχένα αποτελεί κάθε άλλο παρά μελαγχολική πόλη και ότι, αν κάτι χαρακτηρίζει τους ανθρώπους της Καραϊβικής, είναι ότι ξέρουν πώς να απολαμβάνουν τη ζωή.

Η βόλτα μας στη γλυκιά, τροπική νύχτα συνεχίζεται στα παραθαλάσσια τείχη και στην εναλλακτική γειτονιά της Γετσιμανί και ο χρόνος κυλά τόσο ευχάριστα, που σχεδόν χάνω την πτήση της επιστροφής για την Ευρώπη. Δεν είναι τελικά καθόλου υπερβολικό το σύνθημα που χρησιμοποίησε ο οργανισμός τουρισμού της χώρας όταν ξεκίνησε το τουριστικό της άνοιγμα το 2008: «Ο μόνος κίνδυνος με την Κολομβία είναι να μη θέλεις να φύγεις».

 Στους δρόμους της Καρταχένα, κάποια αγαθά ­συνεχίζουν πάντα να μεταφέρονται με τον παραδοσιακό τρόπο.
Στους δρόμους της Καρταχένα, κάποια αγαθά ­συνεχίζουν πάντα να μεταφέρονται με τον παραδοσιακό τρόπο.

H πυξίδα του ταξιδιού

Η Κολομβία είναι μια μεγάλη χώρα με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους περιοχές και αξίζει να αφιερώσει κάποιος τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες στην εξερεύνησή της. Συνδυάζει τα τροπικά τοπία της Καραϊβικής και των περιοχών του Αμαζονίου, τα παραδοσιακά χωριά του καφέ κοντά στο Μεδεγίν, τη λιγότερο αναπτυγμένη πλευρά του Ειρηνικού Ωκεανού και, βεβαίως, την ορεινή περιοχή της Μπογκοτά. Για τις μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας ενδείκνυνται τόσο οι ιδιωτικές εταιρείες λεωφορείων όσο και οι τοπικές αεροπορικές εταιρείες. Οι χιλιομετρικές αποστάσεις ανάμεσα στις πόλεις μπορεί να δείχνουν μικρές, αλλά αντιστοιχούν συνήθως σε αρκετές ώρες ταξιδιού. Ξεχωριστή εμπειρία είναι το ταξίδι με το παραδοσιακό λεωφορείο τσίβα.

Πού να μείνετε

 Μοναστήρι που έχει μετατραπεί σε πολυτελές μπουτίκ ξενοδοχείο είναι το «Sofitel Legend Santa Clara» της Καρταχένα.
Μοναστήρι που έχει μετατραπεί σε πολυτελές μπουτίκ ξενοδοχείο είναι το «Sofitel Legend Santa Clara» της Καρταχένα.

Αξίζει να προτιμήσετε για τη διαμονή σας καταλύματα που στεγάζονται σε ιστορικά κτίρια και μεταφέρουν τον φιλοξενούμενο στην ατμόσφαιρα της εποχής που ανεγέρθηκαν. Το πολυτελές μπουτίκ ξενοδοχείο «Sofitel Legend Santa Clara» της Καρταχένα στεγάζεται σε μοναστήρι του 17ου αιώνα. Ο ξενώνας «The Candelaria House» στην Μπογκοτά σε μεταφέρει στην εποχή της αποικιοκρατίας. Ο μπουτίκ ξενώνας της επισκέψιμης φυτείας καφέ «Hacienda Venecia» αποτελεί ιδανική βάση για εξερεύνηση των χωριών του καφέ.

Πού να φάτε

 Στο εστιατόριο «Interno», οι κρατούμενες γυναικείων φυλακών της Καρταχένα μαγειρεύουν πιάτα fusion κολομβιανής κουζίνας.
Στο εστιατόριο «Interno», οι κρατούμενες γυναικείων φυλακών της Καρταχένα μαγειρεύουν πιάτα fusion κολομβιανής κουζίνας.

Στην Μπογκοτά, το «Mercado» (5712362500) προτείνει παραδοσιακές κολομβιανές γεύσεις με νεωτεριστικό τρόπο. Το «Andrés Carne de Res» με κολομβιανή κουζίνα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα στέκια της πόλης με χωρητικότητα 2.000 ατόμων! Στο Μεδεγίν, το «Carmen» σερβίρει κολομβιανή κουζίνα με καλιφορνέζικες επιρροές, το «El Cielo» πειραματίζεται επιτυχημένα με τη μοριακή κουζίνα και το «El Herbario» αναδεικνύει προϊόντα από διαφορετικές περιοχές της χώρας. Στην Καρταχένα, το «El Boliche Cebicheria» ξεχωρίζει για το σεβίτσε του, ενώ το «Interno» φιλοξενείται σε φυλακή γυναικών. Οι κρατούμενες που λειτουργούν το εστιατόριο έχουν εκπαιδευτεί από τον βραβευμένο με αστέρι Michelin σεφ Koldo Miranda και μαγειρεύουν ευφάνταστα πιάτα fusion κολομβιανής κουζίνας, τα οποία σερβίρουν σε ένα πολύχρωμο κι ευχάριστο αίθριο.

Πώς θα πάτε

Απευθείας πτήσεις δεν υπάρχουν. Οι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες εκτελούν όμως δρομολόγια, ­είτε απευθείας από τους κόμβους τους είτε μέσω ενδιάμεσου σταθμού.