Κική Παπαδοπούλου ©
Ο Τσέχωφ έγραψε τον "Γλάρο" στην εκπνοή του δέκατου-ένατου αιώνα, το 1896. Το κοινό υποδέχθηκε με εχθρική διάθεση το έργο, στο οποίο ο Ρώσος συγγραφέας κατακεραύνωσε το καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής μέσω του Τρέπλιεβ, ενός νέου και ευαίσθητου καλλιτέχνη, "όλοι εσείς οι παλιοί και ξεπερασμένοι, έχετε αρπάξει τα πρωτεία στην τέχνη και μόνο κείνα που κάνετε εσείς θεωρείτε νόμιμα κι αληθινά!".
Η παράσταση που ανεβαίνει από την ομάδα Πυρ σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου φέρνει φρέσκιες ιδέες και ανατρεπτική ματιά σε ένα κλασικό κείμενο όπως ο "Γλάρος". Η Ζ. Ξανθοπούλου ανέδειξε με τη σκηνοθεσία της την κωμωδία που ενυπάρχει στο έργο του Ρώσου συγγραφέα, ενώ την ίδια στιγμή απέδωσε το συναίσθημα, αλλά και το λυρισμό του. Το ευφυές της τέχνασμα να στήσει ένα ‘θέατρο-μέσα-στο-θέατρο’ λειτούργησε απόλυτα, ενώ πέτυχε το αδύνατο, να διατηρήσει δηλαδή ακέραιο όλο το κείμενο του Τσέχωφ. Τοποθέτησε την παράσταση σε συνθήκες πρόβας με μόλις τρεις ηθοποιούς επί σκηνής, ενώ η αλληλεπίδραση των ηθοποιών με το κοινό ζωντάνεψε ακόμα περισσότερο την παράσταση. Το αποτέλεσμα δικαίωσε απόλυτα το σκηνοθετικό εγχείρημα της Ζ. Ξανθοπούλου.
Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν επάξια αναλαμβάνοντας από 3 ή 4 ρόλους ο καθένας. Το έργο ακούστηκε στο σύνολό του, με κάποιες απαραίτητες περικοπές, χωρίς όμως να αλλοιωθεί. Η Δέσποινα Κούρτη ερμήνευσε την Αρκάντινα, την Νίνα και την Μάσσα ισορροπώντας με υποκριτική μαεστρία μεταξύ των τριών τόσο διαφορετικών γυναικείων χαρακτήρων του έργου. Ο Γιώργος Παπαπαύλου υποδύθηκε τον Τριγκόριν, τον Σόριν και τον Ντορν αποδίδοντας τη συμπεριφορά, τις μύχιες σκέψεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις των χαρακτήρων, πετυχαίνοντας έναν υποκριτικό άθλο. Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος απέδωσε με τρυφερότητα και συναισθηματισμό τον Τρέπλιεβ, ενώ βάδισε επιτυχώς στην κωμωδία ερμηνεύοντας επίσης τον Μεντβεντέκο, τον Σαμράεβ, αλλά και την Παλίνα και αναδεικνύοντας το υποκριτικό του ταλέντο. Τέλος, ο Τάσος Μυσιρλής με τη ζωντανή, επί σκηνής, μουσική του συμμετείχε, καταλυτικά, στην δράση του έργου. Οι νότες του συντρόφευσαν, πλαισίωσαν και συνομίλησαν με τους ηθοποιούς και τη δράση.

Η εξαιρετική και σύγχρονη μετάφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου ζωντάνεψε και έδωσε αμεσότητα στο λόγο των ηθοποιών, φέρνοντας το κείμενο κοντά στο κοινό. Το σκηνικό του Βασίλη Αποστολάτου έφερε μπεκετικούς απόηχους κλείνοντας το μάτι στο θεατή για τη διαχρονικότητα της γραφής του Τσέχωφ. Αντίστοιχης συλλογιστικής ήταν τα κοστούμια, αλλά και οι τόσο ατμοσφαιρικοί φωτισμοί που επίσης επιμελήθηκε ο Β. Αποστολάτος. Ο σκουπιδότοπος με τους ηθοποιούς σε συνθήκες πρόβας υπογράμμισε ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή (ή μήπως το αντίστροφο;), καθώς φώτισε τις δύσκολες, έως και συχνά αντίξοες, συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι καλλιτέχνες. Τελικά όμως, το θέατρο, όπως και η τέχνη γενικά, είναι δυνατόν να ανθίσει παντού, ακόμα και ανάμεσα στα σκουπίδια.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο γλάρος
Το τσεχοφικό έργο σε μια αιχμηρή, απροσδόκητη σκηνική ανάγνωση που γεφυρώνει το κλασικό δράμα με τη σύγχρονη περφόρμανς. Τοποθετημένοι σε ένα σκηνικό τοπίο που θυμίζει σύγχρονο «σκουπιδότοπο», τρεις ηθοποιοί και ένας μουσικός επί σκηνής παλεύουν με τη φθορά, την ανάγκη για αναγνώριση και την αγωνία της καλλιτεχνικής επιβίωσης. Μέσα από τη συνθήκη του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και με έντονα στοιχεία νεορεαλισμού, η ζωή και η υποκριτική γίνονται ένα.

