Μπαίνεις στο Παλλάς και βλέπεις αυτό το τεράστιο άγαλμα πεσμένο στη σκηνή- σαν σώμα, σαν πόλη, σαν κάτι που κάποτε ήταν ολόκληρο και τώρα κουβαλά τα ρήγματά του. Και κάπως έτσι είναι και όλη η "Αλεξάνδρεια": ένα εντυπωσιακό, σχεδόν υπνωτιστικό θέαμα που σε τραβάει μέσα του, ακόμη κι αν δεν σε κρατά πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Η παράσταση του Φωκά Ευαγγελινού στήνει έναν πλούσιο, φροντισμένο κόσμο και σε ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια του Μεσοπολέμου- μια πόλη-μύθο όπου συνυπάρχουν Έλληνες, Άραβες, Εβραίοι και Ευρωπαίοι, μέσα σε ένα τοπίο γεμάτο πολιτικές εντάσεις, έρωτα και απώλεια. Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τη μνήμη της Άννας: μιας γυναίκας που επιστρέφει στο παρελθόν της, στον μεγάλο της έρωτα με τον Αλέξανδρο, στις κοινωνικές αντιθέσεις που τους χώρισαν και σε μια εποχή που κατέρρεε σιωπηλά κάτω από τα πόδια των ανθρώπων της.

Και εδώ είναι που η παράσταση, παρά τις αδυναμίες της, σε πιάνει συναισθηματικά. Γιατί η νοσταλγία λειτουργεί. Το ταξίδι της ηρωίδας συγκινεί-ακόμη κι αν δεν έχεις ζήσει ποτέ αυτή την Αλεξάνδρεια, ακόμη κι αν τη γνωρίζεις μόνο μέσα από τον μύθο της, από τον Κωνσταντίνο Καβάφη ή από τη λογοτεχνία. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η μνήμη μιας πόλης που δεν έζησες σε αφορά, σε αγγίζει, σχεδόν σε βαραίνει.
Στο επίπεδο του θεάματος, δύσκολα μπορείς να της προσάψεις κάτι. Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη λειτουργούν σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Το πεσμένο άγαλμα στη σκηνή είναι από μόνο του μια δυνατή εικόνα- σύμβολο μιας πόλης που κουβαλά το βάρος της ιστορίας της. Παρά τη στιγμιαία αίσθηση υπερβολής, τελικά μένει στη μνήμη ως το πιο ισχυρό σκηνικό εύρημα της παράστασης.

Τα κοστούμια της Ιωάννα Τσάμη αποδίδουν με λεπτομέρεια και φροντίδα την εποχή. Υπάρχει μια αίσθηση κοσμοπολιτισμού και αστικής κομψότητας που στηρίζει πολύ το σύμπαν της παράστασης - ακόμη κι αν σε κάποιες στιγμές δείχνουν πιο "διακοσμητικά" παρά δραματουργικά ενταγμένα.
Το video art του Παντελή Μάκκα είναι από τα πιο εύστοχα στοιχεία. Λειτουργεί σαν μια ανάσα μέσα στην παράσταση- δίνει ρυθμό, ανοίγει τον χώρο και σε στιγμές σε βοηθά να "ξεφύγεις" από τη στατικότητα της σκηνής.

Οι φωτισμοί των Γιώργου Τέλλου και Στέλλας Κάλτσου δουλεύουν με ακρίβεια και ατμόσφαιρα. Δεν φωνάζουν, αλλά στηρίζουν διακριτικά τις εναλλαγές- από την εξωστρέφεια των κοσμικών σκηνών μέχρι τις πιο εσωτερικές, σχεδόν εξομολογητικές στιγμές. Η μουσική της Ευανθία Ρεμπούτσικα σε συνδυασμό με τους στίχους του Αλεξανδρινού Άρη Δαβαράκη είναι ίσως το πιο συνεκτικό στοιχείο της παράστασης. Δημιουργεί συναίσθημα, χτίζει ατμόσφαιρα και κουβαλά τη νοσταλγία που θέλει να περάσει το έργο - ακόμη κι αν τα ίδια τα τραγούδια δεν μένουν πάντα μετά το τέλος.

Εκεί που κάπως "χάνει" είναι η παράσταση είναι όταν προσπαθείς να κρατηθείς από την ίδια την ιστορία. Νιώθεις ότι ενώ έχει υλικό, ενώ έχει προθέσεις, δεν εμβαθύνει όσο θα ήθελες. Μένει συχνά στην επιφάνεια, σε γνώριμες διαδρομές, σε λόγια που τα έχεις ξανακούσει. Δεν είναι ότι δεν λειτουργεί - απλώς δεν σε πάει πιο πέρα. Και αυτό, σε μια παράσταση που θέλει να πει τόσα πολλά, τελικά φαίνεται.

Παρόλα αυτά, οι ερμηνείες είναι αυτές που την κρατούν ζωντανή. Η Άννα Μάσχα είναι καθηλωτική- κάθε φορά που απαγγέλλει Καβάφη, ο χρόνος σταματά. Ο Ιωάννης Παπαζήσης δίνει μια αληθινή, ουσιαστική παρουσία, χωρίς υπερβολές. Η Εριέττα Μανούρη είναι καλή, με ευαισθησία και συνέπεια στον ρόλο της, ενώ η Ελένη Καρακάση ξεχωρίζει — και ναι, η φωνή της είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της παράστασης. Η "Αλεξάνδρεια”, είναι μια παράσταση που θα τη δεις ευχάριστα, θα σε ταξιδέψει, θα σου αφήσει εικόνες.
Περισσότερες πληροφορίες
Αλεξάνδρεια
Η Άννα, διάσημη ηθοποιός της Αθήνας της δεκαετίας του ’60, έρχεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της μετά την απρόσμενη επίσκεψη ενός νεαρού δημοσιογράφου. Ένα παλιό βιβλίο ανοίγει ρωγμή στη μνήμη της, και η Αλεξάνδρεια της δεκαετίας του ’30 ξαναζωντανεύει μπροστά στα μάτια της, σε μια παράσταση σε κείμενο της Ζέτης Φίτσιου. Είναι μια πόλη όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Κοινωνικές διακρίσεις, πολιτικά παιχνίδια και υπόγειες εντάσεις πλέκουν τον ιστό της καθημερινότητας, ενώ το ελληνικό πνεύμα ανθίζει, δημιουργεί και αγαπά κάτω από τον καταγάλανο ουρανό. Σ’ αυτό το σκηνικό, η νεαρή Άννα ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο όπου το ταλέντο της μπορεί να λάμψει πέρα από περιορισμούς και προκαταλήψεις. Και τότε, σαν κεραυνός, εμφανίζεται ο Αλέξανδρος. Ένας έρωτας φλογερός, απαγορευμένος, αλλά αναπόφευκτος γεννιέται ανάμεσά τους. Η σχέση τους γίνεται καθρέφτης των ταξικών, ηθικών και κοινωνικών διλημμάτων της εποχής. Κάθε τους βλέμμα, κάθε άγγιγμα και κάθε ψίθυρος είναι φορτισμένα με ένταση, πάθος και ανεξερεύνητες συγκινήσεις.