Νικόλας Κωστής©
Το έργο του Σαμ Σέπαρντ συνθέτει μια σκοτεινή εικόνα της αμερικανικής οικογένειας και κοινωνίας σε κατάσταση διάλυσης, όπου διάφορα αρχέτυπα -του σκληραγωγημένου άνδρα της ΄Άγριας Δύσης ή των παρασημοφορημένων πιλότων της αεροπορίας-, επανατοποθετούναι στη σύγχρονη (για το 1985) Αμερική και απογυμνώνονται από τη μυθοποιημένη δύναμή τους. Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η σχέση ενός ζευγαριού και η δράση πυροδοτείται από μια πράξη ακραίας βίας: τη βάναυση κακοποίηση της Μπεθ από τον Τζέικ, που την οδηγεί βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο.

Από αυτό το σημείο, το έργο ξετυλίγει μια πορεία ψυχικής αποδιοργάνωσης, όπου η ενοχή, οι αναμνήσεις και η παραμόρφωση της πραγματικότητας διαπερνούν τις ζωές των ηρώων. Οι δύο οικογένειες αδυνατούν να διαχειριστούν το τραύμα, επιλέγοντας -οι περισσότεροι- την άρνηση ή τη φυγή σε προσωπικούς μύθους: ο πατέρας της Μπεθ, Μπέιλορ, στο ένδοξο παρελθόν και τη μυθολογία της "ισχυρής Αμερικής", ο Τζέικ σε μία μεταιχμιακή κατάσταση μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης, η Μπεθ στην ακούσια πλάνη του μυαλού της, που της προκάλεσε η κακοποίηση, η Λορέιν (μητέρα του Τζέικ), και η Μεγκ (μητέρα της Μπεθ), σε άρνηση της πραγματικότητας.

Παρά τη θεματική πυκνότητα, την κατάδειξη διαπροσωπικών συγκρούσεων και προσωπικών αδιεξόδων και τη διαχρονικότητα των ζητημάτων που θέτει, το έργο εμφανίζεται αδύναμο ως προς τη σύνδεσή του με το σημερινό κοινό. Η έντονα αμερικανική ταυτότητά του λειτουργεί περιοριστικά στο πλαίσιο μιας ελληνικής σκηνικής πραγμάτωσης, καθώς δεν επιτυγχάνει τον οικουμενικό χαρακτήρα που συναντάται σε άλλα έργα της κλασικής αμερικανικής δραματουργίας, ακόμη και του ίδιου του συγγραφέα. Επιπλέον, το ύφος γραφής μοιάζει να ανήκει σε μια παλαιότερη εποχή, γεγονός που δυσχεραίνει την άμεση πρόσληψή του.

Η σκηνοθεσία της Ελένη Σκότη καλείται να διαχειριστεί αυτές τις εγγενείς δυσκολίες και η σκηνοθέτρια, με γνώση τόσο της αμερικανικής δραματουργίας όσο και του ρεαλιστικού θεάτρου, επιχείρησε πράγματι να αναδείξει τη δραματική ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση του έργου. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση δυναμική και ζωντανή, με έντονες κορυφώσεις και γλαφυρή δραματικότητα. Ωστόσο, παρά τις αξιόλογες αυτές αρετές, η σκηνική προσέγγιση δεν κατορθώνει πλήρως να υπερβεί τα όρια που θέτει το ίδιο το κείμενο, αφήνοντας μια αίσθηση απόστασης ανάμεσα στο έργο και το σύγχρονο θεατή.

Αυτό αποτυπώνεται και στις υποκριτικές ερμηνείες, με τους ηθοποιούς να επιδεικνύουν μεν σκηνική δυναμική, χωρίς όμως να καθιστούν πάντα πλήρως πειστικούς τους ρόλους τους. Κάποιοι επιτυγχάνουν αξιοσημείωτες αποδόσεις, όπως ο Ορέστης Τζιόβας, στο ρόλο του ρεαλιστή και υγειώς σκεπτόμενου αδερφού της Μπεθ, Μάικ. Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, ως Τζέικ, αντιμετωπίζει με τόλμη το δύσκολο ρόλο ενός άνδρα που δείχνει να μην ενηλικιώθηκε ποτέ. Αντίθετα, η Μαρία Δαμασιώτη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του, επίσης δύσκολου, ρόλου της τραυματισμένης -ψυχικά και νοητικά- Μπεθ. Η ΄Ήβη Νικολαΐδου (Σάλι, αδερφή του Τζέικ) αποτυπώνει με ένταση το πάθος μιας γυναίκας που ποθεί να αποδράσει από τα καταπιεστικά δεσμά της δυσλειτουργικής οικογένειας και ο Βαγγέλης Αμπατζής αποδίδει την εσωτερικότερη αλλά εξίσου δυνατή επιθυμία του Φράνκι (αδερφού του Τζέικ), για διαφυγή.

Ο Μελέτης Γεωργιάδης είναι επίσης πολύ καλός στο ρόλο του κυνικού, πατριαρχικού Μπέιλορ. Υπάρχει όμως και μια έντονη αποτύπωση άλλων ρόλων, με ερμηνείες που υπερτονίζουν τα χαρακτηστικά τους: άγνωστο γιατί η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη καθοδηγήθηκε να προσεγγίσει τη Μεγκ με τόσο σχηματική αφέλεια και αντίστοιχα η Κατερίνα Γιαμαλή τόσο κραυγαλέα την άρνηση της Λορέιν απέναντι στην πραγματικότητα. Ωραία τα σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου, που αξιοποιούν όλη τη σκηνή για να δημιουργήσουν ένα εύγλωττο αμερικανικό τοπίο, που αντανακλάει ταυτόχρονα τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, ενώ ο διαχωρισμός του προσκηνίου στα δύο αναδεικνύει λειτουργικά τις δύο χαρακτηριστικές όψεις του έργου: το δωμάτιο-καταφύγιο της παιδικής ηλικίας του Τζέικ και το σπίτι των γονιών της Μπεθ.
Περισσότερες πληροφορίες
Το ψέμα του μυαλού
Η σκοτεινή ιστορία για την ψευδαίσθηση του αμερικανικού ονείρου, που ισορροπεί με τον χαρακτηριστικό τρόπο του βραβευμένου Σαμ Σέπαρντ μεταξύ ωμού ρεαλισμού και ποιητικότητας, ξεκινά από μια στιγμή βίας που ανατρέπει ζωές: ο Τζέικ, πεπεισμένος για την απιστία της γυναίκας του Μπεθ, τη χτυπά τόσο άγρια που αυτή μένει βαριά τραυματισμένη. Από εκεί ξεκινά ένα ταξίδι τρέλας, ενοχής και αποξένωσης, που δεν αφορά μόνο αυτούς τους δύο χαρακτήρες, αλλά αγγίζει όλους μας. Αν και γράφτηκε το 1985, πραγματεύεται ζητήματα πιο επίκαιρα παρά ποτέ. Απομονώνει και εξετάζει το αρχέτυπο του σκληραγωγημένου Αμερικανού από την Άγρια Δύση του παρελθόντος, ως αντανάκλαση ενός ανώμαλου ψυχολογικού τοπίου στο σήμερα, του οποίου όλοι γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες μέσω των ειδήσεων και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.