Karol Jarek
Γραμμένος πριν τα τέσσερα μεγάλα δράματα που καθιέρωσαν τον Τσέχοφ, ο "Ιβάνοφ" προαναγγέλλει ήδη το σύνολο των θεματικών του συγγραφέα: ματαιώσεις, οικονομικά βάρη, αδιέξοδοι έρωτες, ανακύκλωση του χρόνου μέσω συζητήσεων, ονειροπολήσεων και παρατεταμένης αδράνειας. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Νικολάι Ιβάνοφ, ένας άνδρας όχι μεγάλος σε ηλικία, αλλά πρόωρα γερασμένος. Ο γάμος του με την ΄Αννα γεννήθηκε από έρωτα, πλέον όμως έχει οδηγηθεί στη φθορά. Η ΄Αννα υποφέρει από φυματίωση αλλά περισσότερο από τη συναισθηματική εγκατάλειψη του συζύγου της, ο οποίος ζει "διαρκώς μέσα στην ίδια κατάθλιψη". Η ασθένειά της τον απωθεί, τα χρέη τον πνίγουν και τα όνειρα της νιότης του έχουν βυθιστεί. Γύρω του, τα υπόλοιπα πρόσωπα με τα δικά τους προσωπικά αδιέξοδα συγκροτούν ένα κωμικοτραγικό σύνολο, απολύτως ενταγμένο στην πινακοθήκη των τσεχοφικών χαρακτήρων.

Η παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά δεν μας χαρίζει μόνο τη θαυμάσια ευκαιρία να απολαύσουμε έναν Τσέχοφ οικείο μεν αλλά "άγνωστο" (αφού το έργο ανεβαίνει σπάνια), αλλά και να τον δούμε μέσα από μια αναπάντεχη αισθητική φόρμα. Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε μια νωχελική ατμόσφαιρα κι εμείς μεταφερόμαστε στην Αμερική των 50s-70s, καθώς η μουσική του Blaine L. Reininger (και συνολικότερα η σχολιαστική παρουσία του) βυθίζει τα δρώμενα στην "ομίχλη" των blues, απομακρύνοντας τον Τσέχοφ από την παγωμένη Ρωσία του 1880· παράλληλα, η Εύα Μανιδάκη διαμορφώνει το χώρο αναλόγως, σαν να πρόκειται ταυτόχρονα για σπίτι και μουσική σκηνή. Εδώ, ο Τσέχοφ γίνεται αισθαντικός, νωχελικός, σχεδόν "καταραμένος", και τα πρόσωπα ακολουθούν την ίδια διαδρομή, κουβαλώντας μια αίσθηση γοητευτικής παραίτησης, ακόμη και παρακμής.

Καθώς οι ήρωες αποκαλύπτονται, το γκροτέσκο παίρνει το προβάδισμα και εικονοποιεί με εξπρεσιονιστική μεγέθυνση τη λεπτή ισορροπία που χωρίζει –στην τσεχοφική δραματουργία– το δράμα από την κωμωδία, την τραγωδία της ύπαρξης από τη γελοιότητά της, το βάρος από την ελαφρότητα. Τα πρόσωπα εμφανίζονται ως καρικατούρες, με την κίνηση (Μαρκέλλα Μανωλιάδη), την εμφάνιση (τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη δανείζονται και ανακατασκευάζουν ενδυματολογικά στιλ διαφόρων δεκαετιών) και την εκφορά του λόγου να υπηρετούν αυτή την επιλογή – η οποία λειτουργεί υπέροχα σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στις ερμηνείες του Νίκου Χατζόπουλου και του Χάρη Φραγκούλη), όμως αδικεί άλλα πρόσωπα, καθώς τα παρουσιάζει μονοδιάστατα και περιορίζει σε κραυγαλέες ερμηνείες τη Μαρία Σκουλά και την Κατερίνα Λυπηρίδου.

Στους αντίποδες, υπάρχουν οι δύο "θετικοί" ήρωες του έργου: η γεμάτη πάθος και όνειρα Σάσα, που τείνει χείρα βοηθείας στον Ιβάνοφ, και ο ιδεολόγος γιατρός που κουράρει την ΄Αννα· ερμηνεύονται αξιομνημόνευτα από την Πηνελόπη Τσιλίκα και τον Νικόλα Χανακούλα. Συνολικά, οι ηθοποιοί (Γιάννης Νταλιάνης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Θανάσης Δόβρης, Ευάγγελος Βογιατζής) εντάσσονται απολύτως στο σκηνοθετικό σύμπαν, με τον Αργύρη Ξάφη να καταθέτει μια εξαιρετική ερμηνεία του Ιβάνοφ, αποτυπώνοντας την αποτυχία, το κενό και το ψυχικό βάρος που τον συνθλίβει όχι μόνο στο λόγο του αλλά στη συνολική σκηνική του ενέργεια.
Περισσότερες πληροφορίες
Ιβάνοφ!
Η σπάνια παιζόμενη τραγικωμωδία του Τσέχοφ έρχεται μπροστά μας ως ζωντανός, αιχμηρός καθρέφτης της εποχής μας, που συνομιλεί άμεσα με τη σύγχρονη υπαρξιακή κρίση, με μια σημαντική ομάδα ηθοποιών, μουσική και τραγούδια ειδικά γραμμένα για την παράσταση από τον Blaine L. Reininger και εκτελεσμένα από τον ίδιο αλλά και όλο τον θίασο. Το έργο ζωντανεύει μια πολύχρωμη κοινωνική τοιχογραφία του περασμένου αιώνα, που παραμένει όμως συνταρακτικά επίκαιρη. Οδυνηρή κωμωδία και ξεκαρδιστικό δράμα συνδυάζονται ιδανικά σε ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, που εκθέτει με τόλμη τα υπαρξιακά άγχη ενός κόσμου που νιώθει ότι μια ριζική αλλαγή είναι αναγκαία, αλλά αισθάνεται αδύναμος, χάνει τον προσανατολισμό του και καταλήγει στην απελπισία.