Ένα γυμναστήριο έχει βάρη, καθρέφτες και ιδρώτα. Πώς στήνεις έναν τέτοιο χώρο στη σκηνή χωρίς να γίνει γραφικός, αλλά χρησιμοποιώντας τον ως σύμβολο για το πόσο "ζοριζόμαστε" καθημερινά;
Αποφάσισα να γράψω μια ιστορία που διαδραματίζεται σε ένα γυμναστήριο, έχοντας ως αφορμή ένα πραγματικό γυμναστήριο στην παλιά μου γειτονιά. Ήταν ένα παλιό, συνοικιακό γυμναστήριο, που έβγαζε διαρκώς προσφορές των 49 ευρώ για όλο τον χρόνο, με διάφορες αφορμές: Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρι… Υπήρχε σχεδόν πάντα μια αφίσα στην τζαμαρία που ανακοίνωνε κάποια καινούργια προσφορά. Μου φαινόταν αστείο το γεγονός ότι, αντί να πουν απλώς "49 ευρώ για όλο τον χρόνο", έψαχναν συνεχώς αφορμές, ώστε να δημιουργούν την αίσθηση ότι πρόκειται για μια προσφορά που μόλις βγήκε και που δεν πρέπει να χάσεις. Κάποια στιγμή, όμως, έμαθα ότι οι δύο γυμναστές έμεναν μέσα στο γυμναστήριο, γιατί δεν είχαν σπίτι. Και ξαφνικά, η ίδια ιστορία απέκτησε ένα τελείως διαφορετικό βάρος μέσα μου.
Οι ηθοποιοί δεν υποδύονται απλώς τους ρόλους τους, αλλά συμμετέχουν ενεργά στην αφήγηση και κατασκευάζουν από κοινού, μπροστά μας, τον κόσμο της παράστασης.
Στην ανάγκη μου, λοιπόν, να μιλήσω για τον αγώνα επιβίωσης του σύγχρονου ανθρώπου, μέσα σε μια κοινωνία που δεν προσφέρει σχεδόν τίποτα και διαρκώς απαιτεί, το γυμναστήριο μού φάνηκε ο πιο κατάλληλος χώρος, ακριβώς επειδή μπορεί να λειτουργήσει και συμβολικά. Το τρέξιμο, η άρση βαρών, ο αερόβιος χορός έγιναν για μένα ένας παραλληλισμός με την προσπάθεια του ανθρώπου να αντέξει τους όρους της ίδιας του της ζωής. Γι’ αυτό και θεωρώ πως όσο πιο αφαιρετικό είναι και σκηνικά ένα γυμναστήριο, τόσο περισσότερο χώρο αφήνει στη φαντασία του θεατή, ώστε να κάνει τους δικούς του παραλληλισμούς. Και η Τίνα Τζόκα, με την οποία έχω συνεργαστεί ξανά στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο "Ενενήντα", έχει κάνει εξαιρετική δουλειά τόσο στο στήσιμο όσο και στη διαμόρφωση του DEADLIFT.

Όταν ένας ηθοποιός αφήνει για λίγο τον ρόλο του για να πιάσει ένα όργανο και να παίξει μουσική, τι αλλάζει στη σκηνή και πώς αυτό βοηθά τον θεατή να μπει πιο βαθιά στην ψυχολογία του χαρακτήρα;
Η μουσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μου και, σε όλες τις παραστάσεις που έχω σκηνοθετήσει μέχρι τώρα, επιλέγω να υπάρχει ζωντανή μουσική. Με ενδιαφέρει πολύ εκείνη η στιγμή κατά την οποία ο ηθοποιός παύει, έστω και προσωρινά, να είναι αποκλειστικά φορέας του ρόλου και γίνεται φορέας της ίδιας της παράστασης. Βέβαια, η ζωντανή μουσική δεν επιδρά στον θεατή με τον ίδιο τρόπο που επιδρά ένα μουσικό χαλί, γιατί ταυτόχρονα βλέπει τον άνθρωπο που την εκτελεί επί σκηνής. Μπορεί, επομένως, να χάνεται εν μέρει η ψευδαίσθηση του θεάτρου. Θεωρώ, όμως, ότι αυτό είναι μία σύμβαση στην οποία εύκολα μπαίνει κάποιος. Και μάλλον αυτό είναι που με γοητεύει και περισσότερο: ότι η ζωντανή μουσική επαναφέρει το θέατρο στη συλλογικότητά του, πάνω και κάτω από τη σκηνή. Οι ηθοποιοί δεν υποδύονται απλώς τους ρόλους τους, αλλά συμμετέχουν ενεργά στην αφήγηση και κατασκευάζουν από κοινού, μπροστά μας, τον κόσμο της παράστασης.
Στο έργο δύο άνθρωποι λένε την ίδια ιστορία τελείως διαφορετικά. Γράφοντάς τους, έπιασες τον εαυτό σου να δικαιολογεί τον "κακό" της υπόθεσης ή είναι κι οι δύο εξίσου ένοχοι και αθώοι;
Με απασχολούσε εξαρχής η ιδέα ότι η αλήθεια δεν είναι ένα γεγονός που περιμένει κάπου να το ανακαλύψουμε, αλλά περνάει μέσα από τη μνήμη, την επιθυμία, τον φόβο και, κυρίως, από την ανάγκη μας να αντέξουμε τον εαυτό μας. Έτσι, στο συγκεκριμένο έργο δεν βλέπουμε τους δύο άντρες να αφηγούνται διαφορετικά το ίδιο συμβάν για να αποφασίσουμε ποιος λέει την αλήθεια και ποιος λέει ψέματα. Τους βλέπουμε να αναμοχλεύουν, έχοντας ζήσει μια κοινή εμπειρία —τον θάνατο ενός αθώου ανθρώπου— τις πράξεις και τα λάθη που οδήγησαν τελικά σε αυτόν. Υπάρχουν, δηλαδή, δύο παράλληλες πραγματικότητες, δύο αλήθειες που ισχύουν ταυτόχρονα. Και τελικά και οι δύο ήρωες είναι και ένοχοι και αθώοι, ακριβώς επειδή και οι δύο υπήρξαν θύματα των δικών τους επιλογών.
Το ζητούμενο είναι να δώσουμε στο κοινό μια ιστορία που να αφορά το παρόν του και, βγαίνοντας από το θέατρο, να μπορεί να κοιτάξει γύρω του, να αναγνωρίσει κάτι από αυτό που μόλις είδε και να το σκεφτεί κάπως διαφορετικά
Πολλοί λένε ότι το ελληνικό κοινό προτιμά τα ξένα ή τα κλασικά έργα. Τι είναι αυτό που κάνει μια σημερινή ελληνική ιστορία να αγγίζει τον θεατή πιο άμεσα από ένα κλασικό
κείμενο;
Δεν πιστεύω ότι το ζητούμενο είναι να συγκρίνουμε την ελληνική δραματουργία με τον Σαίξπηρ ή τον Τσέχωφ, ούτε με τη σύγχρονη ξένη δραματουργία. Αν είχα μπει σε μια τέτοια διαδικασία, μάλλον δεν θα είχα τολμήσει να γράψω ούτε μία πρόταση. Το ζητούμενο είναι να δώσουμε στο κοινό μια ιστορία που να αφορά το παρόν του και, βγαίνοντας από το θέατρο, να μπορεί να κοιτάξει γύρω του, να αναγνωρίσει κάτι από αυτό που μόλις είδε και να το σκεφτεί κάπως διαφορετικά. Και, καλώς ή κακώς, με μια σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τις κοινωνικές συμβάσεις, το χιούμορ, τη γλώσσα ή τις σχέσεις εξουσίας. Αυτά είναι ήδη παρόντα. Οπότε η δύναμή της έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να πάρει κάτι απολύτως οικείο και να το στρέψει με τέτοιον τρόπο, που να μην το περίμενε ο θεατής. Να του δείξει, δηλαδή, τη δική του καθημερινότητα από μια διαφορετική γωνία.
Ξεκινάς με μια κωμική κόντρα δύο γυμναστηρίων και καταλήγεις σε έναν θάνατο. Πώς
προετοιμάζεις τον θεατή ώστε να περάσει από το αβίαστο γέλιο στο "σφίξιμο" στο στομάχι χωρίς να νιώσει ότι τον κορόιδεψες;
Για την ακρίβεια, ξεκινάω με έναν θάνατο και κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν, για να δούμε πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα μέχρι εκεί. Και η αφετηρία όλων είναι το άνοιγμα ενός
νέου, υπερσύγχρονου γυμναστηρίου απέναντι από ένα παλιό συνοικιακό. Συνεπώς, επειδή ο θεατής ξέρει από το πρώτο λεπτό ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχει πεθάνει, δεν με ενδιαφέρει να χτίσω σασπένς γύρω από το ποιος θα πεθάνει, ούτε φυσικά να τον "κοροϊδέψω" όταν έρθει και γραμμικά στην ιστορία η στιγμή του θανάτου, έχοντας χρησιμοποιήσει προηγουμένως το χιούμορ. Επίσης, δεν θεωρώ ότι έχω γράψει κωμωδία με τον τρόπο που την έχουμε στο μυαλό μας. Θεωρώ πως είναι ένα έργο όπου το φως και το σκοτάδι συνομιλούν διαρκώς και αυτό που αποκτά κωμική διάσταση έχει ταυτόχρονα και κάτι τραγικό. Γιατί και η κωμωδία τι είναι τελικά, αν όχι τα πάθη ανθρώπων σαν κι εμάς που φέρονται παράλογα λόγω της απελπισίας τους;

Στο γυμναστήριο σηκώνουμε βάρη για να φτιάξουμε σώμα. Στη ζωή, ποιο είναι το πιο
"βαρύ" πράγμα που καλούνται να σηκώσουν οι χαρακτήρες σου όταν τα πράγματα ζορίσουν;
Η ευθύνη. Και ίσως ακόμη περισσότερο η αδυναμία να την αναλάβουν. Υπάρχει κάτι πολύ
ανθρώπινο στην προσπάθεια να μεταφέρουμε το βάρος των πράξεών μας στον άλλον. "Με προκάλεσε". "Με ανάγκασαν". "Δεν είχα επιλογή". "Αν δεν το έκανα εγώ, θα το έκανε κάποιος άλλος". Οι άνθρωποι βρίσκουμε πολύ ευρηματικούς τρόπους για να προστατεύσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Έτσι και οι χαρακτήρες του έργου καλούνται να σηκώσουν ένα βάρος πολύ δυσκολότερο από οποιοδήποτε όργανο του γυμναστηρίου: την επίγνωση των συνεπειών. Γιατί άλλο είναι να κάνεις μια επιλογή και άλλο να συνειδητοποιείς, εκ των υστέρων, ότι η επιλογή αυτή είχε κόστος για έναν άλλον άνθρωπο.
Αν ο Οδυσσέας, ο παλιός, και ο Δήμαρχος, ο νέος, σου έδιναν από ένα κλειδί για το γυμναστήριό τους, σε ποιον από τους δύο θα εμπιστευόσουν το δικό σου μέλλον;
Παρότι ένα υπερσύγχρονο γυμναστήριο, με παροχές ευρωπαϊκών προδιαγραφών σε ασυναγώνιστες τιμές, μοιάζει σαν ουτοπία, προσωπικά δεν θα το επέλεγα. Και, για να είμαι
απολύτως ειλικρινής, όχι τόσο λόγω ιδεολογίας – παρότι θα ήθελα να μπορώ να αντιστέκομαι πιο σθεναρά σε καπιταλιστικά πρότυπα ζωής- αλλά κυρίως επειδή νιώθω να
χάνομαι σε οτιδήποτε μεγάλο. Σχεδόν τολμώ να πω ότι με πιάνει μια μικρή τάση αγοραφοβίας. Προτιμώ τη μικρή κλίμακα και την ανθρώπινη επαφή. Να με ξέρουν με το
μικρό μου και να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, κι όχι μία πελάτισσα ανάμεσα σε χιλιάδες, που είτε πάει είτε δεν πάει είναι το ένα και το αυτό. Οι μεγάλες επιχειρήσεις κουβαλάνε κάτι
απρόσωπο. Και επειδή οι ζωές μας τείνουν ούτως ή άλλως να χάνουν όλο και περισσότερο το χρώμα τους, πιστεύω πως θα προτιμούσα να πάω στο γυμναστήριο του Οδυσσέα.
Προπώληση: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Deadlift-Άρση θανάτου
Η Βαλέρια Δημητριάδου επιβεβαιώνει πως διαθέτει μία από τις πιο δυνατές και αιχμηρές γραφές της γενιάς της, επιστρέφοντας στο θέατρο Εμπορικόν με μια σύγχρονη πολιτική κωμωδία που σε κάνει να κλάψεις και να γελάσεις ταυτόχρονα. Η υπόθεση εστιάζει στη σύγκρουση του Οδυσσέα, ιδιοκτήτη του παλιού γυμναστηρίου DEADLIFT, με τον νεοεκλεγμένο δήμαρχο, που υποστηρίζει το νέο, υπερσύγχρονο ΖΕΝΙΘ. Η διαμάχη ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την ανάπτυξη παίρνει δραματική τροπή όταν ένας θάνατος ανατρέπει τις ισορροπίες, φέρνοντας τους ήρωες αντιμέτωπους με τα όρια της ηθικής, της εξουσίας και της επιβίωσής τους.



