Η πρώτη μου δυνατή εμπειρία στο θέατρο ήταν το «Χάρολντ και Μωντ» του Κόλιν Χίγγινς στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Ήμουν στο Γυμνάσιο όταν το είδα και θυμάμαι κυρίως, τη Δέσπω Διαμαντίδου. Συγκινήθηκα πολύ όταν το ξανά θυμήθηκα και έψαξα να το διαβάσω. Η ιστορία μου φάνηκε το ίδιο δυνατή όπως και τότε. Βέβαια τώρα τα βλέπω από άλλη σκοπιά, όπως και τα έργα του Άρθουρ Μίλλερ ή του Στρίντμπεργκ. Και, οι παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής του Θεάτρου Τέχνης μου έχουν μείνει πάρα πολύ, το γνωστό μας Αμαλία στη Θεσσαλονίκη, που δυστυχώς δε λειτουργεί πια. Όπου κι αν έχω ζήσει για ένα διάστημα, πάντα έβλεπα πολύ θέατρο, και μου φαινόταν σα μια παγκόσμια γλώσσα.
Το μικρόβιο της συγγραφής μπήκε πριν δεκαπενταριά χρόνια, όταν ήμουν σε μια μεταβατική φάση, μόλις είχα πάρει τη δύσκολη απόφαση να επιστρέψω από την Αγγλία, όπου έζησα περίπου μια δεκαετία, και είχα «κενό». Το κενό είναι πολύ καλό πράγμα, γεννιούνται ιδέες, παράγονται πράγματα. Μέχρι τότε το θέατρο απλά το αγαπούσα, μάλιστα προσπάθησα να γίνω ηθοποιός κάποια εποχή, μόλις τελείωσα το πρώτο μου πτυχίο, αλλά κατάλαβα αμέσως ότι δεν μου ταιριάζει. Πέρασαν κάποια χρόνια και άρχισα να το προσεγγίζω αλλιώς, μέσα από τη γραφή. Το πρώτο μου έργο ήταν οι «Θάλασσες». Πάντα γράφω για μια συγκεκριμένη ιδέα, δεν ξεκινάω να γράφω γενικώς κι αορίστως.
Το έργο «Από σταθμό σε σταθμό» είναι τα «Είκοσι Αστικά Μονόπρακτα» όπως τα είδε η σκηνοθέτις Κυριακή Σπανού. Είναι η φαντασία μια κοπέλας που περπατάει στην πόλη με τα κόκκινα μποτάκια της, σα σύγχρονη μάγισσα, με τη φαντασία της για ραβδάκι, που μεταμορφώνει το «πώς είναι» σε «πώς θα μπορούσαν να είναι» τα πράγματα: αν είχαμε χρόνο ο ένας για τον άλλο, αν δε φοβόμασταν, αν εμπιστευόμασταν, αν δείχναμε τρυφερότητα στους δικούς μας, αν δείχναμε κατανόηση στους υπόλοιπους, αν, αν... Τη φαντασία της κρατάει ζωντανή η πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει ένας καλύτερος κόσμος. Νιώθω πολύ τυχερή που τα «Αστικά Μονόπρακτα» έπεσαν αρχικά στα χέρια του Σταύρου Πετσόπουλου και θέλησε να γίνουν βιβλίο στις εκδόσεις Άγρα, αλλά και για τη διάθεση της Κυριακής Σπανού να τα μεταφέρει στο θέατρο στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη. Η Κυριακή έχει καθαρή ματιά, με ρυθμό και πάθος, αλλά δίνει και μια άλλη διάσταση στα Μονόπρακτα, τονίζει ένα κομμάτι του βιβλίου λίγο πιο υπόγειο: το σουρεαλισμό της ύπαρξής μας.

Ο μεγαλύτερος εχθρός της τέχνης είναι η τάση των ανθρώπων να μη χρησιμοποιούν τη σκέψη τους, και να μην είναι ανοιχτοί στο διαφορετικό. Γιατί αυτό είναι η τέχνη, μια διαφορετική οπτική, στην οποία εκπαιδευόμαστε. Ο άνθρωπος δεν θα ήταν ο ίδιος αν δεν υπήρχαν οι τέχνες. Αυτό που μου λείπει περισσότερο απ’ όλα στην Ελλάδα είναι οι εκθέσεις ζωγραφικής -στο Λονδίνο μπορείς να μπαίνεις καθημερινά δωρεάν στην Εθνική Πινακοθήκη να θαυμάζεις τα «Χρυσάνθεμα» του Βαν Γκογκ. Αντιθέτως το θέατρο υπάρχει σε μεγάλο βαθμό -ίσως δεν είναι όμως πάντα ποιοτικό. Η ευκολία είναι επίσης ένα μεγάλο πρόβλημα στην τέχνη. Κατά βάθος είναι το ίδιο - η έλλειψη εκπαίδευσης σε ποιοτικά θεάματα και έργα τέχνης.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο παράδοξο από το να είναι «κοντά» οι άνθρωποι και να μην μπορούν να εκφράσουν τις ανάγκες τους ή και την αγάπη τους. Να νιώθουμε μοναξιά σε μια πόλη 1 ή 5 εκατομμυρίων. Να ζούμε καθημερινά μ’ έναν άνθρωπο και να μην επικοινωνούμε. Αυτό πραγματεύεται κατά κάποιο τρόπο και το έργο. Τη μοναξιά στη μεγαλούπολη, και την παραδοξότητα των σχέσεων.
Aν μπορούσα να αλλάξω κάτι αυτό θα ήταν η κακία κι η επιθετικότητα που αποπνέουν πολλοί άνθρωποι γύρω μας. Πολύ συχνά χωρίς λόγο κι αιτία, άλλοτε με μηδαμινό λόγο, κι άλλοτε από παρεξήγηση, ενίοτε δε με πρόθεση. Το βλέπεις παντού, στα λεωφορεία, στο Μετρό, στο αυτοκίνητο, βγάζεις φλας και δεν σε αφήνουν να στρίψεις, δεν σε αφήνουν να υπάρξεις. Εκνευρίζονται με την ιδέα ότι μπορεί να θέλεις να τους πάρεις τη σειρά, είναι φοβερό ότι το εκλαμβάνουν έτσι. Τρομερός ανταγωνισμός και φθόνος, χωρίς λόγο κι αιτία.
Περισσότερες πληροφορίες
Από σταθμό σε σταθμό
Μικροί διάλογοι σε μια μεγάλη πόλη, που συνθέτουν μια κινηματογραφική κατασκευή, με θέμα τις συναντήσεις ανθρώπων σε αναζήτηση ανθρώπου.