Υπήρξε μια εποχή που για να γράψεις ένα βιβλίο, να κάνεις πολιτική, να ερωτευτείς, να τσακωθείς, να γνωρίσεις έναν εκδότη ή απλώς να παρακολουθήσεις την πόλη σου, δεν χρειαζόσουν γραφείο. Χρειαζόσουν ένα τραπέζι σε ένα café. Σας ταξιδεύουμε στα 10 πιο ιστορικά café της Ευρώπης, εκεί όπου οι τοίχοι έχουν ακούσει ιστορίες ποιητών, καλλιτεχνών και επαναστατών.
Café Central - Βιέννη

Στεγασμένο στο νεοαναγεννησιακό Palais Ferstel, ένα μέγαρο ιταλικού ρυθμού του 19ου αιώνα που στα πρώτα του χρόνια φιλοξενούσε το Χρηματιστήριο της Βιέννης και την Αυστρο-ουγγρική τράπεζα, το Café Central αποτελεί από το 1876 που ιδρύθηκε, ένα από τα πιο εμβληματικά ιστορικά café της Ευρώπης. Οι επιβλητικές θολωτές οροφές του και οι διακοσμητικές λεπτομέρειες παραπέμπουν στον καθεδρικό του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, ενώ οι ξύλινες επενδύσεις και οι πολυέλαιοι δημιουργούν μια αίσθηση πολυτέλειας και υπενθυμίζουν την ιστορική του αίγλη, από τις εποχές που υπήρξε σημείο συνάντησης διανοουμένων και καλλιτεχνών, όπως ο Τρόσκι, ο Φρόιντ και ο Στέφαν Τσβάιχ.
Μια διάσημη ιστορία αναφέρει, πως λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Τρότσκι –τότε γνωστός ακόμα ως Λεβ Μπρονστάιν– περνούσε τα απογεύματά του στο Café Central, γράφοντας άρθρα, διαβάζοντας και παίζοντας σκάκι, ένας φτωχός, άγνωστος πολιτικός εξόριστος ανάμεσα σε διανοούμενους και θαμώνες της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας. Όταν κάποιος διπλωμάτης προειδοποίησε τον Αυστροούγγρο υπουργό Εξωτερικών, κόμη Μπέρχτολντ, ότι ενδεχόμενος πόλεμος θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάσταση στη Ρωσία, εκείνος απάντησε περιφρονητικά: "Και ποιος θα κάνει την επανάσταση; Ο κύριος Μπρονστάιν που κάθεται στο Café Central;". Τραγική ειρωνεία πως λίγα χρόνια αργότερα, ο Τρότσκι θα ηγείτο της Οκτωβριανής Επανάστασης και θα γινόταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του 20ού αιώνα.
Το Café Central ήταν γνωστό και για τη σκακιστική του λέσχη και των σκακιστών θαμώνων του αλλά και ως τόπος συνάντησης του λογοτεχνικού κύκλου "Νέα Βιέννη" (Jung-Wien), όπως οι Πέτερ Άλτενμπεργκ, Άρθουρ Σνίτσλερ, Χούγκο φον Χόφμανσταλ και Καρλ Κράους. Ο Πέτερ Άλτενμπεργκ ήταν τόσο τακτικός θαμώνας, μάλιστα, που είχε δηλώσει το Central ως διεύθυνση αλληλογραφίας του, και σήμερα υπάρχει άγαλμά του στην είσοδο. Το καφέ έκλεισε στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ανακαινίστηκε και επαναλειτούργησε το 1975, διατηρώντας την ιστορική του ατμόσφαιρα. Δοκιμάστε τον καφέ Viennese Melange και τα κλασικά γλυκά όπως η Sachertorte και το Apfelstrudel που σερβίρονται με φόντο live πιάνο και την αίσθηση πως κάθε τραπέζι κρύβει μια ιστορία.
Caffè Florian - Βενετία

Στην καρδιά της εμβληματικής πλατείας του Αγίου Μάρκου, το Caffè Florian, σύμβολο της βενετσιάνικης φινέτσας και της ευρωπαϊκής ιστορίας, λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1720, καθιστώντας το τό παλαιότερο καφέ της Ιταλίας και ένα από τα αρχαιότερα σε όλη την Ευρώπη. Όμως, το Florian δεν είναι απλώς ένα καφέ· είναι ένας ζωντανός θεσμός, ένα σκηνικό εποχής όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Οι εσωτερικές αίθουσες, με καθρέφτες, φθαρμένο βελούδο, νωπογραφίες και μάρμαρο, μεταφέρουν τον επισκέπτη σε μια άλλη εποχή - τότε που ο Καζανόβα απολάμβανε τη ζεστή σοκολάτα του, αναζητώντας το επόμενο γυναικείο βλέμμα που θα τον εμπνεύσει. Από τα τραπέζια του πέρασαν διανοούμενοι όπως ο Γκαίτε, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Προυστ και ο Χέμινγουεϊ, ενώ η ζωντανή ορχήστρα στην πλατεία συνεχίζει μέχρι σήμερα να συνοδεύει τη μοναδική αυτή εμπειρία με κλασικές μελωδίες.
Το Florian υπήρξε καινοτόμο από την πρώτη στιγμή: ήταν το μόνο καφέ της εποχής που επέτρεπε την είσοδο στις γυναίκες, και αποτέλεσε σημείο διανομής της εφημερίδας Gazetta Veneta, σε μια εποχή που η πρόσβαση στον Τύπο δεν ήταν δεδομένη. Το 1895, στους χώρους του γεννήθηκε η ιδέα της Biennale της Βενετίας, ως φόρος τιμής στον βασιλιά Ουμπέρτο και τη βασίλισσα Μαργαρίτα, ενώ πρωτοστάτησε και στη σύνδεση καφέ και τέχνης, υιοθετώντας από τις αρχές του 20ού αιώνα την ιδέα του "καφέ με ορχήστρα". Το Florian έχει φιλοξενήσει ακόμα και κινηματογραφικές σκηνές, όπως τον "Ταλαντούχο κύριο Ripley" με τον Ματ Ντέιμον και το ρομαντικό "Summertime" με την Κάθριν Χέπμπορν. Παρέμεινε ανοιχτό ακόμα και στους πιο δύσκολους καιρούς, όπως οι περίοδοι πολέμου ενώ προς τιμήν του, πρόσφατα, το Ιταλικό Ταχυδρομείο εξέδωσε αναμνηστικό γραμματόσημο, σχεδιασμένο από την καλλιτέχνιδα Rita Fantini, το οποίο απεικονίζει την ιστορική πρόσοψή του με φόντο το παλάτι (κυκλοφόρησαν μόλις 400.000 αντίτυπα). Στο μενού του, θα βρείτε εξαιρετικό καφέ σε κάθε εκδοχή, αλλά και λαχταριστά βενετσιάνικα γλυκά όπως τιραμισού, biscotti και torta alla ricotta.
Café de Flore - Παρίσι

Στο Saint-Germain-des-Prés υπάρχουν δύο cafés που μοιάζουν σχεδόν με κεφάλαια του ίδιου βιβλίου και υπήρξαν τα άτυπα γραφεία του υπαρξισμού. Το Café de Flore εμφανίζεται στο boulevard Saint-Germain γύρω στο 1887. Παίρνει το όνομά του από το άγαλμα της Θεάς Flore (Χλωρίδα), που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου και πολύ γρήγορα συνδέεται με την καλλιτεχνική και λογοτεχνική ζωή του Παρισιού. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Guillaume Apollinaire και ο André Salmon χρησιμοποιούσαν τον χώρο σχεδόν σαν σύνταξη: εκεί δημιουργήθηκε το περιοδικό Les Soirées de Paris. Το 1917 ο Apollinaire σύστησε στον André Breton τον Philippe Soupault σε μια συνάντηση που θα έμενε στην ιστορία της γαλλικής πρωτοπορίας. Αργότερα ήρθαν ο υπερρεαλισμός και ο υπαρξισμός και μαζί τους μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοουμένων.
Μετά τον πόλεμο, το Flore έγινε ένα από τα σημεία αναφοράς του Saint-Germain. Ο Sartre και η Simone de Beauvoir ανήκαν στους γνωστούς θαμώνες της εποχής, ενώ από τα τραπέζια του πέρασαν ο Camus, ο Hemingway, ο Truman Capote, ο Picasso, ο Giacometti, ο Yves Saint Laurent και αμέτρητοι ακόμη άνθρωποι της τέχνης και της διανόησης. Από το 1994, το καφέ απονέμει το δικό του λογοτεχνικό βραβείο (Prin de Flore) σε υποσχόμενους νέους γαλλόφωνους συγγραφείς. Το εσωτερικό του διατηρεί το κλασικό Art Deco στιλ της δεκαετίας του 1930, με κόκκινους δερμάτινους καναπέδες, μαόνι, καθρέφτες και ορειχάλκινες λεπτομέρειες. Τι κι αν θεωρείται cliché; Καθήστε στην εσωτερική αίθουσα ή στην περίφημη terrasse και παραγγείλτε έναν café crème, μια chocolat chaud στα χαρακτηριστικά λευκά-πράσινα πορσελάνινα σκεύη με το λογότυπο του καφέ, την ώρα που η la vie parisienne συνεχίζει να συμβαίνει μπροστά σας.
Les Deux Magots - Παρίσι

Ακριβώς απέναντι από το Flore βρίσκεται το άλλο μεγάλο café του Saint-Germain, τo Les Deux Magots. Η ονομασία του σημαίνει δύο κινέζικα αγαλματίδια (ή μαδναρίνοι) και προέρχεται από το κατάστημα υφασμάτων που στεγαζόταν αρχικά στον χώρο από το 1812. Η ιστορία του ξεκινά το 1884, όταν ο χώρος μετατράπηκε σε café και bar à liqueurs. Τα δύο ξύλινα αγάλματα παραμένουν τοποθετημένα στον κεντρικό στον κεντρικό πυλώνα στο εσωτερικό του καφέ, μέχρι σήμερα. Αλλά είναι οι άνθρωποι που κάθισαν γύρω τους εκείνοι που δημιούργησαν τον μύθο: Verlaine, Rimbaud, Mallarmé, Apollinaire, Hemingway, Picasso και, αργότερα, Sartre και Simone de Beauvoir. Το 1954 η Simone de Beauvoir έγραψε εδώ το Les Mandarins, το μυθιστόρημα για το οποίο κέρδισε το Prix Goncourt. Την ίδια περίοδο ο Sartre εργαζόταν στα τραπέζια του café, ενώ ο Boris Vian έπαιζε τρομπέτα και ο Hemingway καθόταν με το πούρο του.
Διατηρεί την κλασική γαλλική αισθητική με ψηλά ταβάνια, μεγάλους καθρέφτες, ξύλινες επενδύσεις και χαρακτηριστικούς σερβιτόρους με τις παραδοσιακές στολές. Το 1933, το καφέ ίδρυσε το δικό του βραβείο ως εναλλακτική απάντηση στο πιο συντηρητικό Prix Goncourt. Σήμερα τα Les Deux Magots έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του τουριστικού Saint-Germain, χωρίς όμως να έχουν χάσει εντελώς την παλιά τους λειτουργία: άνθρωποι εξακολουθούν να έρχονται εδώ για να συναντηθούν, να διαβάσουν, να γράψουν ή απλώς να κοιτάξουν την κίνηση της πλατείας. Ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο κατόρθωμα ενός ιστορικού café: να παραμένει ζωντανό.
New York Café – Βουδαπέστη

Κατέχει την ταμπέλα του ωραιότερου καφέ του κόσμου, και όχι άδικα. Το New York Café, που στεγάζεται στο ισόγειο του ιστορικού New York Palace (σημερινό Anantara New York Palace Hotel), χτίστηκε αρχικά για να στεγάσει τα ευρωπαϊκά κτίρια της ασφαλιστικής εταιρείας New York Life. Τη σχεδίαση του ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Alajos Hauszmann, ο οποίος δημιούργησε έναν χώρο αντάξιο των πιο μεγαλεπήβολων αρχιτεκτονικών φαντασιώσεων της εποχής. Άνοιξε το 1894 και υπήρξε σημείο αναφοράς για λογοτέχνες, δημοσιογράφους και καλλιτέχνες της Belle Époque. Με την εντυπωσιακή του διακόσμηση -χρυσοποίκιλτους πολυελαίους Murano, τοιχογραφίες, μάρμαρο και βαριά έπιπλα- το καφέ αποπνέει την αίγλη μιας άλλης εποχής.
Ο μύθος λέει πως όταν πρωτοάνοιξε, ένας συγγραφέας πέταξε το κλειδί της πόρτας του στο Δούναβη, για να μη χρειαστεί ποτέ να κλείσει! Εδώ γεννήθηκε και άνθισε η λογοτεχνική ζωή της Βουδαπέστης, αφού αποτέλεσε το "γραφείο" πολλών Ούγγρων διανοουμένων (μέλη της λογοτεχνικής ομάδας "Nyugat” -η "Δύση", που άλλαξε το πρόσωπο της ουγγρικής διανόησης), ενώ τα πιο επιδραστικά έντυπα της εποχής επιμελούνταν στον εξώστη του. Οι ήχοι των γραφομηχανών, οι παθιασμένες συζητήσεις για ιδέες και οι ψίθυροι πάνω από φλιτζάνια καφέ έδιναν παλμό στην πνευματική ζωή της πόλης. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το άλλοτε φημισμένο καφέ περιήλθε σε παρακμή και λειτούργησε ως κατάστημα αθλητικών ειδών. Αν και επαναλειτούργησε το 1954 υπό το όνομα Hungária, μόλις το 2006 αποκαταστάθηκε στην αρχική του αίγλη. Δοκιμάστε τα διάσημα γλυκά του, όπως τούρτα Dobos, Sacher και Eszterházy.
Café Louvre - Πράγα

Το Café Louvre άνοιξε το 1902 στη Národní třída και από την αρχή έγινε σημείο συνάντησης της πνευματικής ζωής της Πράγας. Στα πρώτα χρόνια του, ένας γερμανόφωνος φιλοσοφικός κύκλος φιλοξενήθηκε στους χώρους του. Ανάμεσα στους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί ήταν ο Franz Kafka και ο Max Brod. Ο Kafka εξακολούθησε να επισκέπτεται το café και αργότερα μαζί με φίλους νοίκιασαν δικό τους χώρο στις εγκαταστάσεις του.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Albert Einstein έγινε επίσης θαμώνας του, συναντώντας εκεί φίλους και συναδέλφους από την Πράγα. Το 1925, 38 συγγραφείς συναντήθηκαν στο Café Louvre για την ιδρυτική συνέλευση του τσεχοσλοβακικού κέντρου του PEN Club, με πρώτο πρόεδρο τον Karel Čapek. Σήμερα το café διατηρεί την ατμόσφαιρα του κλασικού grand café και επιμένει στις παλιές του τελετουργίες. Μπορείτε να καθήσετε για πρωινό, να πιείτε τσάι το απόγευμα ή να παίξετε μπιλιάρδο στην ιστορική αίθουσα. Είναι από εκείνα τα μέρη όπου δεν χρειάζεται να ξέρετε σε ποιο ακριβώς τραπέζι καθόταν ο Kafka. Αρκεί η σκέψη ότι κάποτε καθόταν κάπου εδώ.
Majestic Café - Πόρτο

Στην πολυσύχναστη Rua de Santa Catarina, το Majestic μοιάζει σαν να έχει κάνει λάθος εποχή. Και αυτό ακριβώς είναι η γοητεία του. Η ιστορία του ξεκινά το 1921, όταν ιδρύθηκε η εταιρεία Café Elite και υπογράφηκε η συμφωνία για τη δημιουργία ενός café στη Santa Catarina. Τα εγκαίνια έγιναν στις 2 Δεκεμβρίου 1922 και το café σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα José Pinto de Oliveira.
Μάρμαρο, ξυλόγλυπτες λεπτομέρειες, καθρέφτες και η χαρακτηριστική αισθητική της Belle Époque συνθέτουν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εσωτερικά του Πόρτο. Στη δεκαετία του 1920 το Majestic έγινε σημείο συνάντησης πολιτικών συζητήσεων, συγγραφέων και καλλιτεχνών και κομμάτι της κοσμικής ζωής της πόλης. Σήμερα, καθώς περπατάτε στη Santa Catarina ανάμεσα στα καταστήματα και τον κόσμο, είναι σχεδόν παράξενο να ανοίγετε την πόρτα και να βρίσκεστε ξαφνικά σε μια άλλη εποχή. Κάθεστε για έναν καφέ και, για λίγο, το Πόρτο των τουριστών γίνεται το Πόρτο των παλιών tertúlias – το ισπανικό ανάλογο του γαλλικού salon litteraire στην απόλυτη δημοκρατικοποίησή του.
A Brasileira – Λισαβόνα

Το A Brasileira δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Από το 1905 αποτελεί ένα από τα σύμβολα της Λισαβόνας και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά cafés της πόλης. Η ιστορία της είναι άρρηκτα δεμένη με τον Fernando Pessoa. Ο ποιητής επέστρεψε στη Λισαβόνα το 1905, ακριβώς τη χρονιά που η A Brasileira εγκαταστάθηκε στο Chiado, και ο θείος του, Henrique Rosa, ο οποίος συμμετείχε στις λογοτεχνικές tertúlias της εποχής, φέρεται να τον έφερνε μαζί του στο café. Σήμερα ένα χάλκινο άγαλμα του Pessoa κάθεται έξω από την A Brasileira, σαν να περιμένει ακόμη κάποιον φίλο για καφέ. Και αυτό είναι ίσως το πιο ωραίο σημείο της επίσκεψης: να καθίσετε στο Chiado, να παραγγείλετε μια bica -όπως λένε τον espresso στη Λισαβόνα- και να κοιτάξετε την πόλη να περνά. Η A Brasileira εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον καφέ όχι απλώς ως ρόφημα αλλά ως κοινωνική συνήθεια: μια αφορμή για παύση, κουβέντα και παρατήρηση.
Café Imperial - Πράγα

Άνοιξε το 1914 και από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες της λειτουργίας του έγινε σημείο συνάντησης της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της πόλης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και του 1930, το Café Imperial ήταν δημοφιλές στέκι για την ελίτ της Πράγας, συμπεριλαμβανομένων συγγραφέων, πολιτικών και καλλιτεχνών. Κατά την κομμουνιστική περίοδο (1948–1989), η αίγλη του καφέ μειώθηκε, αλλά όχι και η γοητεία του. Σήμερα στεγάζεται στο ιστορικό ξενοδοχείο Imperial και έχει ανακτήσει μεγάλο μέρος της παλιάς του αίγλης, παραμένοντας ένα από τα πιο χαρακτηριστικά grand cafés της Πράγας. Το εσωτερικό αποτελεί ένα εντυπωσιακό μείγμα Art Deco και κυβιστικών επιρροών, με κεραμικά πλακίδια, ψηφιδωτά και ανάγλυφες διακοσμήσεις. Τα μοτίβα παραπέμπουν σε αιγυπτιακές και μεσογειακές επιρροές, δημιουργώντας έναν χώρο που περισσότερο θυμίζει κινηματογραφικό σκηνικό παρά café. Η διακόσμηση συνδέεται με τους καλλιτέχνες Jan Beneš, που δημιούργησε τα κεραμικά σχέδια, και Josef Drahoňovský, υπεύθυνο για τις ανάγλυφες διακοσμήσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εσωτερικά της Πράγας των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η αρχιτεκτονική, η τέχνη και η καθημερινή ζωή συναντιούνται στο ίδιο τραπέζι.
Σήμερα το Café Imperial εξακολουθεί να λειτουργεί ως εστιατόριο και café, με την παραδοσιακή τσεχική κουζίνα να συναντά μια πιο σύγχρονη γαστρονομική προσέγγιση. Υπό την επιμέλεια του γνωστού Τσέχου chef Zdeněk Pohlreich, το μενού κινείται από κλασικές τσέχικες γεύσεις μέχρι πιο σύγχρονες προτάσεις.
Gran Café Gijón - Μαδρίτη

Στις 15 Μαΐου 1888, ο Gumersindo Gómez, επιστρέφει από την Κούβα και ανοίγει στη Μαδρίτη ένα café στο οποίο δίνει το όνομα της γενέτειράς του στη βόρεια Ισπανία. Δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι θα δημιουργούσε ένα από τα τελευταία μεγάλα λογοτεχνικά cafés της Ευρώπης. Στα τραπέζια του Gran Café Gijón κάθισαν συγγραφείς και διανοούμενοι όπως ο Pérez Galdós, ο Ramón y Cajal, ο Valle-Inclán και ο Gerardo Diego. Εδώ οι tertulias -αυτές οι χαρακτηριστικές ισπανικές συζητήσεις γύρω από ένα τραπέζι- έγιναν μέρος της ταυτότητας του café. Και η ιστορία του έχει μια ενδιαφέρουσα συνέχεια: το 1914, όταν το café πουλήθηκε, ένας από τους όρους της συμφωνίας ήταν να παραμείνει ίδιο στη λειτουργία και να μην αλλάξει όνομα.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, παραμένει χώρος συναντήσεων, συζητήσεων και κοινωνικής ζωής. Η ιστορία του Gijón, όμως, έχει περάσει και στο χαρτί. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Marino Gómez Santos κατέγραψε την ιστορία του στο Crónicas del Café Gijón, ενώ ο Francisco Umbral αφηγήθηκε τη δική του πρώτη γνωριμία με το θρυλικό café στο La noche que llegué al Café Gijón. Χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας και θεατρικός κριτικός Marcos Ordóñez συγκέντρωσε στο La Ronda del Gijón τις μαρτυρίες 17 ανθρώπων που συνδέθηκαν με το café, δημιουργώντας ένα ακόμη κομμάτι του λογοτεχνικού του πορτρέτου. Το Gijón δεν έγινε, επομένως, απλώς σκηνικό για τους συγγραφείς που πέρασαν από τα τραπέζια του· έγινε και το ίδιο πρωταγωνιστής σε βιβλία, ταινίες και έργα τέχνης. Το Gijón συνδέεται, επίσης, και με το Premio Café Gijón, ένα λογοτεχνικό βραβείο για μυθιστόρημα, που δημιουργήθηκε το 1949 με πρωτοβουλία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Fernando Fernán Gómez. Έτσι, το Gijón δεν λειτουργεί μόνο ως ένα ιστορικό απομεινάρι μιας άλλης Μαδρίτης, αλλά ως ένας χώρος που εξακολουθεί να συμμετέχει ενεργά στην πολιτιστική ζωή της πόλης. Αν το επισκεφτείτε καθημερινά από τις 18:00 έως τις 21:00, θα έχετε και την τύχη να ακούσετε ζωντανά πιάνο.
