© Νεφέλη Παπαϊωάννου
Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω και ούτε είμαι βέβαιος ότι μπορεί να περιγραφεί. Υπάρχει όμως κάποιες φορές μια αίσθηση που μοιάζει σαν να επιβεβαιώνει αυτό που θα ονόμαζα, ίσως αυθαίρετα, κανόνα του ελληνικού μοντερνισμού, ό,τι κι αν σημαίνει σήμερα, όσο πραγματικός ή φαντασιακός κι αν είναι.
Στις Σπέτσες αυτή η αίσθηση εμφανίζεται ξανά και ξανά.
Τη συναντάς όταν αφήνεις πίσω το λιμάνι και κινείσαι με ποδήλατο προς τα δυτικά.
Στα πεύκα που ακουμπούν τη θάλασσα.
Στον ήχο των τζιτζικιών.
Στον ήλιο.
Στα κτίσματα που συνυπάρχουν στο ίδιο τοπίο, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Στην αίσθηση ότι η φύση, η ιστορία και η αρχιτεκτονική συμμετέχουν σε μια κοινή αφήγηση.


Περνάω από το εγκαταλελειμμένο Ξενία.
Το κουφάρι του κτιρίου μοιάζει να επιβεβαιώνει αυτή τη σκέψη. Μια αρχιτεκτονική υψηλής ποιότητας, μία από τις σημαντικότερες υποδομές και θεσμούς που δημιούργησε ποτέ η χώρα γύρω από την ιδέα του τουρισμού, στέκεται σήμερα σιωπηλή, άδεια, σε εγκατάλειψη.
Θυμάμαι τις φωτογραφίες της Λίζης Καλλιγά, που κατέγραψε το αντίστοιχο κτίριο στην Άνδρο, σε παρόμοια κατάσταση εγκατάλειψης.
Το Ξενία εμφανίζεται σαν ένα μνημείο μιας υπόσχεσης που έμεινε ανολοκλήρωτη και θυμίζει, μας κάνει φανερή, την απειλή της καταστροφής που φέρνει η ίδια βιομηχανία οταν λειτουργεί χωρίς σχεδιασμό ξανά και σήμερα.

Λίγα μέτρα πιο μακριά βρίσκεται μια άλλη υποδομή, η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή. Ένας τόπος που φιλοξένησε γενιές μαθητών, ανάμεσά τους και τον Ιάννη Ξενάκη. Και όμως, σε αντίθεση με το Ξενία, εδώ δεν βλέπει κανείς το παρελθόν σε παρακμή.
Βλέπει μια δομή που έχει ενέργεια, λειτουργεί, αφηγείται το παρόν και φαντάζεται το μέλλον. Αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Anargyros Art Residency, του διεθνούς προγράμματος καλλιτεχνικής φιλοξενίας που λειτουργεί με πρωτοβουλία της σχολής από πέρυσι, σε καλλιτεχνική διεύθυνση και επιμέλεια της Εύας Βασλαματζή.
Βρέθηκα λοιπόν να επισκέπτομαι την έκθεση που παρουσιάζει τη δουλειά των καλλιτεχνών που έμειναν για έξι εβδομάδες στη Σχολη και δημιούργησαν τα έργα επί τόπου.
Η επίσκεψη στην έκθεση αξίζει τόσο ώστε να είναι η αφορμή για να επισκεφθείς το νησί και είναι γεμάτη συναισθήματα, σκέψεις, χιούμορ και συγκίνηση.
Η επιμελητική προσέγγιση της Εύας Βασλαματζή δεν επιβάλλει μια ενιαία αφήγηση στα έργα. Αντίθετα, δημιουργεί μια σταθερή ραχοκοκαλιά μέσα στην οποία τα έργα αναπτύσσονται ελεύθερα, διατηρούν την αυτονομία τους, αλλά ταυτόχρονα συνομιλούν μεταξύ τους και με τον τόπο. Είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, μια επιμελητική σπουδή με πολλές απαιτήσεις, παγίδες επιβολής προαποφασισμένων επιλογών και πίεση χρόνου που εκτελέστηκε με δεξιοτεχνία δίνοντας ένα αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου. Η επίσκεψη στην έκθεση αξίζει τόσο ώστε να είναι η αφορμή για να επισκεφθείς το νησί και είναι γεμάτη συναισθήματα, σκέψεις, χιούμορ και συγκίνηση.



Το έργο της Mariangela Ciccarello ήταν από εκείνα που συνέχισαν να με ακολουθούν και μετά την επίσκεψη. Μέσα από αναφορές στη Μπουμπουλίνα και στην ζωγράφο Αλταμούρα, το έργο δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που θυμίζει κινηματογράφο φτιαγμένο από συλλογικές μνήμες και προσωπικές φαντασιώσεις. Σαν μια ταινία που ανήκει ταυτόχρονα στην καλλιτέχνιδα, στους κατοίκους του νησιού, στους ανθρώπους που πέρασαν από τη σχολή και στις ιστορίες που εξακολουθούν να κυκλοφορούν ανάμεσα στα κτίρια.
Το έργο του Κωνσταντίνου Παπανικολάου κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, αλλά συναντά παρόμοια ερωτήματα. Στο lecture performance μιλά για τη ζωή του ως καλλιτέχνη, για την εργασία, την επιβίωση, την καθημερινότητα και τη σχέση του σώματος με την ιστορία. Η χορευτική κίνηση, η πειθαρχία και η αναφορά σε μια κατασκευασμένη, από ένα αποικιοκρατικό βλέμμα, απολλώνεια εκδοχή της ελληνικότητας, συνδέονται με ερωτήματα που επανέρχονται διαρκώς καθώς περιπλανιέσαι στις Σπέτσες.
O γύρος του νησιού με ποδήλατο

Την επόμενη ημέρα δεν επιστρέφω στην έκθεση, αλλά η έκθεση έχει γίνει ο φακός μέσα από τον οποίο βλέπω και βιώνω τον τόπο. Είχα ήδη περάσει πολλές ώρες εκεί. Συνεχίζω να τη συναντώ στο νησί. Κάνω τον γύρο του νησιού με ποδήλατο. Βλέπω τα σπίτια, τις παραλίες, τις διαδρομές. Επισκέπτομαι το σπίτι της Μπουμπουλίνας. Ένα αστικό σπίτι που θα μπορούσε σε πολλά σημεία να μοιάζει σύγχρονο ακόμη και σήμερα. Έπιπλα από την Ευρώπη, περίτεχνες διακοσμήσεις, στοιχεία που φανερώνουν μια κοινωνία πολύ πιο ανοιχτή προς τον κόσμο απ' όσο φανταζόμαστε. Σε μία φωτογραφία βλέπω τις Σπέτσες χωρίς δέντρα και το λιμάνι γεμάτο κατάρτια, η δύναμη του νησιού είναι εντυπωσιακή. Το νησί είχε αποψιλωθεί για την κατασκευή πλοίων. Η ναυτική ισχύς του τόπου ήταν τόσο μεγάλη ώστε είχε μεταμορφώσει το ίδιο το τοπίο. Αργότερα, όταν άλλαξαν οι τεχνολογίες και οι οικονομικές συνθήκες, η ισχύς αυτή μειώθηκε. Η ιστορία της οικονομίας αποτυπώθηκε επάνω στη γεωγραφία.



Το ίδιο αίσθημα με συνοδεύει και στο αρχοντικό του Χατζηγιάννη Μέξη που στεγάζει το Μουσείο Σπετσών. Το μουσείο είναι ταυτόχρονα λαογραφικό, ιστορικό, αρχαιολογικό και ανθρωπολογικό. Τα ακρόπρωρα των πλοίων είναι από τα πιο εντυπωσιακά αντικείμενα της συλλογής. Μοιάζουν με πρόσωπα που συνεχίζουν να κοιτούν προς τη θάλασσα. Συζητώντας με το εξαιρετικό προσωπικό του μουσείου, γίνεται φανερό πόσο σημαντική είναι η θεσμική υποστήριξη για να μπορέσουν τέτοιοι οργανισμοί να εξελιχθούν, να συντηρήσουν τα αντικείμενά τους και να αφηγηθούν ακόμη καλύτερα τις ιστορίες που φιλοξενούν. Σκέφτομαι πώς θα μπορουσε ο χώρος αυτός να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες του αν υπάρξει ουσιαστική πολιτιστική στρατηγική.


Όλα αυτά με κάνουν να σκέφτομαι πως η ταυτότητα ενός τόπου δεν είναι κάτι στατικό. Δημιουργείται από τη γεωγραφία, την οικονομία, τις μετακινήσεις, τις υποδομές, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Ίσως αυτό που ονομάζουμε brand ενός τόπου να μην χρειάζεται να λειτουργεί περιοριστικά. Ίσως μπορεί να λειτουργεί ως ένας ανοιχτός μηχανισμός που επιτρέπει σε διαφορετικές αφηγήσεις να συνυπάρχουν.
Σε αυτό το σημείο επιστρέφω νοερά στη Λήδα Παπακωνσταντίνου, που είναι μια από τις σημαντικότερες ελληνίδες καλλιτέχνιδες και ζει μόνιμα στο νησί. Ανατρέχω στην πρόσφατη μεγάλη αναδρομική της έκθεση στο ΕΜΣΤ σε επιμέλεια της Τίνας Πανδή. Ανακαλώ τα εμβληματικά έργα που έχει κάνει στο νησί με συμμετοχή των κατοίκων. Η πρακτική είναι ριζοσπαστική και ταυτόχρονα τόσο απλή. Μια σειρά από τρεις θεατρικές παραστάσεις στην περίοδο της μεταπολίτευσης (1975 - 1979) οι οποίες φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα τουριστικοποίησης και καταστροφής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της οικονομίας του τόπου για χάρη του τουρισμού. Το ντοκιμαντέρ Μπουμπουλίνα (1981) σε συνεργασία με την Carole Rousopoulos είναι από τα πρώτα δείγματα cinéma militant, στρατευμένου κινηματογράφου. Πρόκειται για ένα ακτιβιστικό πολιτικό βίντεο ντοκιμαντέρ, όπως το χαρακτηρίζει και ο κατάλογος της έκθεσης στο ΕΜΣΤ, όπου με αφορμή τη μορφή της Μπουμπουλίνας και μέσα από συνεντεύξεις με Σπετσιώτισσες ανιχνεύει τη ζωή και τη θέση των γυναικών στην σύγχρονη εποχή. Το έργο της Λήδας Παπακωνσταντίνου λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι οι τόποι αποκτούν βάθος όταν διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών συναντιούνται και συνομιλούν μεταξύ τους. Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ένα λειτουργεί που συντελεί στην δημιουργία νοήματος και κοινωνικής συνοχής.
Ανατρέχω πίσω στο residency και θυμάμαι την ανακοίνωση της ανοιχτής πρόσκλησης προς τους καλλιτέχνες στην διεθνή πλατφορμα e-flux μήνες νωρίτερα, διαβάζω τους καλούς οικονομικούς όρους συμμετοχής για τους καλλιτέχνες, που ειναι ένας πολυ σημαντικός παράγοντας, και συνομιλώ με την υπεύθυνη παραγωγής της οργάνωσης Σιμώνη Νιάρου η οποία μου μεταφέρει ηρεμία, πίστη στο καλλιτεχνικό όραμα και σιγουριά. Όλα τα στοιχεία, λεπτομέρειες και πρόσωπα μου εξηγούν το επιτυχημένο εγχείρημα.

Επιστρέφοντας στο λιμάνι, το νησί ακτινοβολεί μια κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και μια πολυτέλεια που δυστυχώς ή ευτυχώς είναι εμφανής παντού. Η εικόνα του τόπου έχει ενδιαφέρον.
Κάπου εκεί στο παραλιακό δρόμο συνάντησα αρκετές φορές άμαξες να τις κουβαλάνε άλογα, ζώα σε ομηρία. Ανατρέχω σε τόσα παραδοσιακά επαγγέλματα που έχουν εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω τεράστιο κενό, ενώ οι άμαξες που εκμεταλλεύονται μη ανθρώπινα ζώα συνεχίζουν απρόσκοπτα να υπάρχουν και σκέφτομαι πόσο ανακουφιστικό θα ήταν αν έλειπε αυτό το στοιχείο από την εικόνα και την οικονομία του τόπου. Ετσι κι αλλιώς το νησί αποτελεί επιτυχημένο παράδειγμα τόπου χωρίς αυτοκίνητο.

Την επόμενη μέρα η ενέργεια από την περιήγηση και τα έργα με έχει κάνει να νιώθω πως λείπω πολλές μέρες από την Αθήνα. Είμαι για πρωινό στο παραδοσιακό καφενείο του Ρούσου, το νησί δεν έχει ξυπνήσει ακόμα και το λιμάνι είναι έρημο από κόσμο και γεμάτο πολυτελή ιδιωτικά πλοία. Η μέρα κυλάει αργά και το μεσημέρι μετά τη θάλασσα, το μεσημεριανό είναι στην ψαροταβέρνα Πατραλής, θα σας πρότεινα να μην το παραλέιψετε. Στο ηλιοβασίλεμα είμαι μόνος μου στη βεράντα του Spetses Hotel. Καθώς ο ήλιος μας αποχαιρετά ακούω ξανά στα αυτιά μου τα τζιτζίκια, βλέπω τα πεύκα, αισθάνομαι τις σκιές.
Ίσως τελικά να μην πρόκειται για τον ελληνικό μοντερνισμό, άλλωστε μπορεί και να μην υπάρχει. Μπορεί να κατασκευάστηκε κάποτε και να καταστρέφεται από τότε αργα αφήνοντας ένα χαλασμένο περήφανο κουφάρι όπως και το Ξενία.
Στην επιστροφή σκέφτομαι ποσο ουσιαστικό και αναγκαίο είναι για έναν τόπο, οι υποδομές του, οι μνήμες του και οι άνθρωποί του καταφέρνουν να συνυπάρξουν και να παράγουν νέες αφηγήσεις χωρίς να ακυρώνουν τις προηγούμενες.
Το Anargyros Art Residency μέσα από τους ανθρώπους του
© Νεφέλη Παπαϊωάννου

Eύα Βασλαματζή, επιμελήτρια του Anargyros Art Residency
Η έκθεση που είδα είναι η παρουσίαση της δουλειάς που έκαναν οι καλλιτέχνες στο residency. Είναι φανερή η δεξιοτεχνία με την οποία έχουν ενορχηστρωθεί όλα σε μια ενιαία αφήγηση, που δεν τα χειραγωγεί, αλλά τα φέρνει σε διάλογο. Αυτό ήταν κάτι που είχες εξαρχής στο μυαλό σου και πραγματοποιήθηκε συνειδητά; Ποια ήταν η στρατηγική και οι τρόποι με τους οποίους εργάστηκες;
Αυτό συμβαίνει επειδή είναι ένα θεματικό και επιμελητικό residency, δηλαδή από την επιλογή των έξι καλλιτεχνών είχα κατά νου το συνολικό αποτέλεσμα. Θεματική εννοώ ότι την πρώτη χρονιά το επίκεντρο μας ήταν οι Σχολές, δεν υπήρχε θεματική αλλά περισσότερο μια μεθοδολογία και σκέψη γύρω από την ιεραρχία μαθητή-δασκάλου και φέτος η θεματική μας ήταν ο ανιμισμος, όχι όπως επιβλήθηκε από τον Διαφωτισμό αλλά ως αφορμή να καταρρίψουμε αυτή τη φορά την ιεραρχία έμβιου-μη εμβιου όντος. Έβλεπα ήδη συνδέσεις μεταξύ των προτάσεων, οραματιζόμουν πιθανές συνεργασίες μεταξύ τους αλλά και κυρίως με ενδιέφεραν δύο πράγματα - αρχικά να υπάρχουν διαφορετικές τοποθετήσεις και τρόποι προσέγγισης (καταγραφή, μυθοπλασία, πιο αρχειακή, πιο αποστασιοποιημένη, σε διάλογο με τη φύση, σε διάλογο με την ιστορία του νησιού) και έπειτα να μην ασχολούνται με τα ίδια θέματα για να μην υπάρχουν αλληλοεπικαλύψεις. Η διαδικασία επιλογής ήταν πολύ δύσκολη για αυτόν τον λόγο και αν λάβεις υπόψιν όλα τα άλλα κριτήρια - εθνικότητα, ηλικία, φύλλο, ποιά δουλειά φαίνεται ότι θα επωφεληθεί ουσιαστικά από αυτή την μετατόπιση στο νησί. Από την πρώτη εβδομάδα άρχισα να οραματίζομαι την τελική παρουσίαση και την εμπειρία του θεατή και μιλούσαμε για αυτό με τους καλλιτέχνες.
Επίσης, όλοι παρουσίασαν στην ομάδα την ιδέα τους και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ενισχυθεί αυτή η ενιαία αφήγηση που αναφέρεις και χωρίς πολύ από την δική μου παρέμβαση. Η δική μου δουλειά όπως είπα ξεκινάει πολύ πιο πριν και μετά βασίζεται σε μια εβδομαδιαία επίσημη συνάντηση για την εξέλιξη του έργου και πάρα πολλές μη-επίσημες αυθόρμητες συζητήσεις. Και η συζήτηση για την παραγωγή των έργων, ακόμα και αν γινόταν σε ξεχωριστή βάση, προχωρούσε και θέματα επιμέλειας. Η στρατηγική είναι να εμπιστεύεσαι αυτό που βλέπεις ως εξωτερικό μάτι -κάτι που ίσως ο καλλιτέχνης δεν βλέπει ή γιατί είναι πολύ "μέσα" στο έργο ή και γιατί δεν έχει γνώση και ευθύνη για το συνολικό αποτέλεσμα- και να το επικοινωνείς.
Επιμελείσαι το Residency για δεύτερη χρονιά, πως φαντάζεσαι τη συνέχεια, τι θα ηθελες να γίνει και ποιοι είναι οι καλλιτεχνικοί και επιμελητικοί στόχοι που θέτεις;
"Επιμελητικά θα ήθελα να εντρυφήσουμε περισσότερο στις συλλογές των σχολών (φυσικής, βοτανολογίας, ανατομίας κτλ) και να βρεθούν στον χώρο καλλιτέχνες που πραγματικά να θέλουν να αντλήσουν από αυτές και που βγάζει νόημα με την πρακτική τους."
Ήδη πήγαμε από τέσσερις στους έξι καλλιτέχνες φέτος και προστέθηκε η κατηγορία της μουσικής. Θα έβλεπα το ενδεχόμενο να φιλοξενήσει περισσότερους καλλιτέχνες και γιατί όχι και επιμελητές, όχι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό για να μην χαθεί η σύνδεση μεταξύ των έργων, και να μεγαλώσει και η ομάδα που αυτή τη στιγμή αποτελείται από εμένα και τη Σιμώνη Νιάρου. Στα εγκαίνια φέτος κάπως υπερίσχυσε το ζωντανό στοιχείο των περφόρμανς, χορευτικής και μουσικής, και η προβολή ταινίας. Και αυτό μου επέτρεψε να δημιουργηθεί μια διαδρομή, μια συλλογική εμπειρία που ακολούθησαν όλοι οι θεατές μαζί μέσα στη σχολή αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο, κάτι που μου μιλάει περισσότερο από την έκθεση και πιστεύω ότι μπορεί να λειτουργήσει πιο συμπεριληπτικά σε μέρη που δεν είναι καλλιτεχνικά κέντρα. Επιμελητικά θα ήθελα να εντρυφήσουμε περισσότερο στις συλλογές των σχολών (φυσικής, βοτανολογίας, ανατομίας κτλ) και να βρεθούν στον χώρο καλλιτέχνες που πραγματικά να θέλουν να αντλήσουν από αυτές και που βγάζει νόημα με την πρακτική τους. Σκέφτομαι ήδη την επόμενη θεματική, που είναι και το πιο δημιουργικό κομμάτι του δικού μου έργου - ίσως να σχετίζεται με τις συλλογές που ανέφερα. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας χώρος παράδοξος με την καλή έννοια - όπως ως Σχολή είχε διεθνή χαρακτήρα και φήμη και θα περίμενα κανείς να βρίσκεται στην Αθήνα και οχι στις Σπέτσες.
Mariangela Ciccarelo, συμμετέχουσα καλλιτέχνιδα
Το έργο, παρότι κινείται σε σύνθετα μονοπάτια, διατηρεί μια λιτή και προσβάσιμη αφήγηση. Θα ήθελα να μάθω πώς μελέτησες τις Σπέτσες πριν από το residency και πώς διαμόρφωσες το σενάριο και τις επιλογές της κινηματογράφησης επί τόπου.
Το έργο μου εξερευνά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα σε αυτό που είναι αληθινό και σε αυτό που θα μπορούσε να είναι αληθινό. Αγαπώ τις αφηγήσεις που βασίζονται στην εικασία, γιατί τις βρίσκω βαθιά απελευθερωτικές. Μου αρέσει η ιδέα να παρεμβαίνω σε κάτι που έχει ήδη συμβεί και να αλλάζω ελαφρώς την ιστορία ή απλώς να φαντάζομαι εκείνα τα κομμάτια του παρελθόντος που δεν γνωρίζουμε.
Στην περίπτωση των Σπετσών, με γοήτευσε η μορφή της Μπουμπουλίνας. Η ζωή της, το χάρισμά της, η δύναμή της και η σημαντική θέση που κατέχει στην ελληνική ιστορία. Καθώς άρχισα να τη μελετώ και να εξετάζω τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται στη ζωγραφική, συνειδητοποίησα ότι παρουσιαζόταν σαν άντρας· λειτουργούσε σαν άντρας, καταλάμβανε έναν ανδρικό ρόλο, πήγε στον πόλεμο. Η προσωπική της ιστορία, τα συναισθήματά της και η θηλυκότητά της απουσιάζουν ή σχεδόν απουσιάζουν από την ιστορία. Ήθελα να παίξω με αυτή την απουσία, να της επιστρέψω κατά κάποιον τρόπο τη θηλυκότητά της, με έναν τρόπο που να μπορεί να είναι χιουμοριστικός και ανατρεπτικός, απομακρύνοντάς την από το δέος, τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα με τις οποίες τη συνοδεύει η ελληνική ιστορία.
Όταν ήμουν παιδί και με ρωτούσαν τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, απαντούσα πάντα: "ζωγράφος". Με έναν διαφορετικό τρόπο, η ζωγραφική παραμένει πολύ παρούσα στο έργο μου. Όταν έφτασα στο νησί, έμαθα την ιστορία της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα και ταυτόχρονα με τρόμαξε και με μάγεψε. Συγκινήθηκα από τη ζωή της και ιδιαίτερα από τον πίνακα στον οποίο απεικονίζει τον εαυτό της ντυμένο άντρα, την ώρα που ζωγραφίζει την Τζέιν, τη Βρετανίδα ζωγράφο για την οποία την εγκατέλειψε ο σύζυγός της. Σκέφτηκα: "Πόσο απίστευτο, ευφυές, πνευματώδες και οξυδερκές ήταν αυτό που έκανε αυτή η γυναίκα ζωγραφίζοντας κάτι τέτοιο". Με την ταινία θέλησα να αφηγηθώ την ιστορία της, αλλά ταυτόχρονα και να την απελευθερώσω από το βάρος της.
Όσο για τις τοποθεσίες, βρήκα τη Σχολή Αναργυρείου και Κοργιαλενείου απίστευτα όμορφη. Έμοιαζε ήδη με κινηματογραφικό σκηνικό, οπότε δεν χρειάστηκε να τη μεταμορφώσω ιδιαίτερα. Στη συνέχεια ανακάλυψα το τμήμα του μουσείου και μου έγινε αμέσως σαφές ότι έπρεπε να μετατραπεί στο απαγορευμένο τμήμα του ξενοδοχείου, στον χώρο όπου είχαν παγιδευτεί οι αναμνήσεις της Ελένης. Οι υπόλοιπες τοποθεσίες δεν είναι παρά τα συγκλονιστικά τοπία του Αιγαίου, του αγαπημένου μου μέρους στον κόσμο.
Κωνσταντίνος Παπανικολάου, συμμετέχοντας καλλιτέχνης
Το έργο συνδυάζει προσωπικές εμπειρίες με στερεότυπα γύρω από την ελληνικότητα και την αρχαιότητα, με ιδιαίτερο χιούμορ. Πόσο επηρέασαν οι Σπέτσες και η διαμονή στη Σχολή το έργο και πώς αποτυπώνονται σε αυτό;
"Οι Σπέτσες εμφανίζονται τελικά στο έργο όχι ως εξωτικό σκηνικό ή ως φορέας μιας αδιαμεσολάβητης παράδοσης, αλλά ως ένας τόπος όπου συναντιούνται διαφορετικές ιστορίες και πολιτισμικές διαδρομές."
Νομίζω ότι οι Σπέτσες επηρέασαν το έργο περισσότερο ως αφορμή παρά ως θέμα. Δεν με ενδιέφερε να φτιάξω ένα έργο για τις Σπέτσες, ούτε να αναζητήσω μια "κρυμμένη αυθεντικότητα" του τόπου. Αντίθετα, η παραμονή στη Σχολή με έκανε να σκεφτώ τι σημαίνει σήμερα να φτάνει ένας καλλιτέχνης από την Αθήνα σε έναν τόπο με σκοπό να τον παρατηρήσει, να τον ερευνήσει και τελικά να τον μετατρέψει σε καλλιτεχνικό υλικό. Αυτή η συνειδητοποίηση με οδήγησε να στραφώ περισσότερο προς τον εαυτό μου και τη δική μου θέση μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, το έργο έγινε μια αυτοκριτική πάνω στους τρόπους με τους οποίους παράγονται οι αφηγήσεις γύρω από την ελληνικότητα, αλλά και πάνω στον δικό μου ρόλο ως επαγγελματία χορευτή που, συχνά, έχει συμμετάσχει στην αναπαραγωγή τους.
Οι Σπέτσες εμφανίζονται τελικά στο έργο όχι ως εξωτικό σκηνικό ή ως φορέας μιας αδιαμεσολάβητης παράδοσης, αλλά ως ένας τόπος όπου συναντιούνται διαφορετικές ιστορίες και πολιτισμικές διαδρομές. Αυτό μου έδωσε την αφορμή να φανταστώ μια χορογραφία που αποτελείται από βήματα βενετσιάνικων, οθωμανικών, αρβανίτικων, αιγυπτιακών και ελληνικών αναφορών, ως υπενθύμιση ότι η πολιτισμική ταυτότητα δεν είναι ποτέ καθαρή ή μονοσήμαντη, αλλά πάντα αποτέλεσμα διασταυρώσεων και μετασχηματισμών.
Γιάννης Αίσωπος, Πρόεδρος του Ιδρύματος της Αναργυρείου και Κοργιαλενείου Σχολής Σπετσών ΑΚΣΣ
Τι κενό θεωρήσατε ότι θα καλύψει ένα καλλιτεχνικό residency στις Σχολές και στο νησί; Τα residencies έχουν την ιδιαιτερότητα ότι τα έργα δανείζονται στοιχεία από το μέρος υλοποίησης τους: ποια είναι για εσάς τα σημαντικά στοιχεία σήμερα στο συγκεκριμένο νησί και στις σχολές και γιατί;
Η Αναργύρειος Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών (ΑΚΣΣ) συνεχίζει το όραμα του ιδρυτή της και εθνικού ευεργέτη Σωτηρίου Αναργύρου για την ανάπτυξη ενός τόπου μέσω του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και του βιώσιμου τουρισμού. Στοχεύοντας στην ενίσχυση του πολιτιστικού αποτυπώματος των Σπετσών ξεκινήσαμε ως νέα διοίκηση της ΑΚΣΣ το 2025 το πρώτο πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών με τίτλο Anargyros Artists Residency, φιλοδοξώντας, μέσα από την ποιότητα και τη διάρκεια, να το μετατρέψουμε σε πολιτιστικό θεσμό. Για το 1ο πρόγραμμα, η επιμελήτρια Εύα Βασλαματζή επέλεξε τις 4 πρώτες συμμετέχουσες. Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά τόσο ως προς τα έργα αλλά και ως προς την ενεργοποίηση της τοπικής κοινότητας μέσω εργαστηρίων, τα οποία διεύθυναν οι καλλιτέχνες και στα οποία συμμετείχαν οι μαθητές των σχολείων του νησιού, αλλά και ανοιχτών διαλέξεων με συμμετοχή κοινού. Για το δεύτερο πρόγραμμα του 2026, διατηρήσαμε την ίδια δομή, προχωρήσαμε όμως σε open call λαμβάνοντας 500 αιτήσεις συμμετοχής! Με φροντίδα, η επιτροπή που ορίσαμε, επέλεξε 6 πολύ αξιόλογους συμμετέχοντες, Έλληνες και ξένους. Το φετινό πρόγραμμα είχε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία καθώς ήδη χτίζεται μια παράδοση. Παράλληλα, ξεκινήσαμε ακόμη ένα πρόγραμμα φιλοξενίας, αυτή τη φορά για φωτογράφους, με τον τίτλο Photo Capsule, με 4 συμμετοχές και πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Τα έργα και των δύο προγραμμάτων θα εκτίθενται στον 2ο όροφο του κεντρικού Κτιρίου Α της ΑΚΣΣ μέχρι τα τέλη Αυγούστου, επισκέψιμα κάθε απόγευμα.
Η νησιωτική συνθήκη που περιγράφει αποκοπή και απομόνωση αλλά και την ανάγκη διασύνδεσης και δικτύωσης, η βαθιά ιστορία των Σπετσών, το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος τους και η σχέση με τη ναυτιλία και τη ναυπηγική παράδοση, η αύρα του campus της ΑΚΣΣ και των ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής εκλεκτικιστικών κτιρίων της, αλλά και ο συνδυασμός εργασίας και διαμονής στον ίδιο χώρο —η δημιουργική ενασχόληση στις παλιές αίθουσες διδασκαλίας, τα κοινά γεύματα στην τραπεζαρία και η ενδιαίτηση στα δωμάτια του παλιού οικοτροφείου, που τα προγράμματα φιλοξενίας της ΑΚΣΣ προσφέρουν— συγκροτούν μια μοναδική συνθήκη.
Προσβλέπουμε στις επόμενες διοργανώσεις και ήδη, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού (ΕΛΙΒΙΠ), προετοιμάζουμε το πρώτο πρόγραμμα φιλοξενίας συγγραφέων τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη, Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ιδρύματος της ΑΚΣΣ
Πώς οραματίζεστε το μέλλον της Σχολής και του residency; Ποιον ρόλο θα μπορούσε να έχει για τους Έλληνες καλλιτέχνες και τη σύνδεσή τους με τη διεθνή καλλιτεχνική κοινότητα;
Η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ένας ενεργός χώρος παραγωγής πολιτισμού, έρευνας και σύγχρονης καλλιτεχνικής σκέψης. Η ιδιαίτερη ταυτότητά της —η αρχιτεκτονική και εκπαιδευτική της κληρονομιά, το φυσικό περιβάλλον των Σπετσών και η αίσθηση απομόνωσης αλλά και συνάντησης που προσφέρει το νησί— δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν θεσμό με ουσιαστικό περιεχόμενο και διεθνή προοπτική.
Το Anargyros Art Residency αποτελεί βασικό άξονα αυτής της νέας εξωστρεφούς ταυτότητας. Πέρυσι ξεκίνησε με πρόσκληση σε Έλληνες καλλιτέχνες· φέτος άνοιξε μέσω open call και απέκτησε σαφή διεθνή διάσταση, φιλοξενώντας δημιουργούς από διαφορετικές χώρες και πεδία έκφρασης. Αυτή η μετάβαση είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί δείχνει ότι η Σχολή δεν φιλοξενεί απλώς καλλιτεχνικές δράσεις, αλλά διαμορφώνει σταδιακά έναν θεσμό με δική του ταυτότητα, διεθνές βλέμμα και βαθιά σχέση με τον τόπο.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η φετινή παράλληλη λειτουργία του Photo Capsule – Anargyros Photography Residency, που εισάγει τη φωτογραφική πρακτική ως αυτόνομο πεδίο έρευνας και σύγχρονης εικαστικής σκέψης, εμπλουτίζοντας το residency με νέες οπτικές γλώσσες και τρόπους ανάγνωσης του τόπου.
Εξίσου ουσιαστική είναι η σύνδεση των καλλιτεχνών με την τοπική κοινωνία. Μέσα από εργαστήρια, παρουσιάσεις και ανοιχτές συναντήσεις, το residency μπορεί να φέρει τους μαθητές, τους νέους και τους κατοίκους των Σπετσών σε άμεση επαφή με τη σύγχρονη τέχνη και τη δημιουργική διαδικασία — όχι ως θεατές ενός έτοιμου αποτελέσματος, αλλά ως συνομιλητές μιας ζωντανής εμπειρίας.
Για τους Έλληνες καλλιτέχνες, το residency μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα με τη διεθνή καλλιτεχνική κοινότητα: ένας χώρος ισότιμης συνάντησης, ανταλλαγής και δικτύωσης, όπου η ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή δεν παρουσιάζεται περιφερειακά, αλλά συνομιλεί ενεργά με σύγχρονες διεθνείς αναζητήσεις. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας θεσμός ριζωμένος στις Σπέτσες, αλλά ανοιχτός στον κόσμο.
INSULAR ANIMISM
Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών
5 Ιουνίου - 30 Αυγούστου 2026
Ανοιχτά Τετάρτη με Κυριακή 7μμ - 10μμ
Καλλιτέχνες: Nabil Aniss, Μυρτώ Βρατσάνου, Mariangela Ciccarello, Nona Inescu, Μatilde Meireles, Κωνσταντίνος Παπανικολάου
Καλλιτεχνική διεύθυνση/ επιμέλεια: Εύα Βασλαματζή
Συντονισμός προγράμματος/υπεύθυνη παραγωγής: Σιμώνη Νιάρου
PHOTO CAPSULE
Καλλιτέχνες: Γιώργος Γιατρομανωλάκης, Χριστίνα Δημητριάδη, Κατερίνα Καλούδη, Nico Krebs
Επιμέλεια: Ηλίας Κοσίντας, Εύα Βασλαματζή
Συντονισμός προγράμματος/υπεύθυνη παραγωγής και επικοινωνίας: Σιμώνη Νιάρου


