Η τελευταία φορά που επισκέφτηκα το νησί των Φαιάκων ήταν πριν από αρκετά χρόνια, τότε που ήμουν ακόμη φοιτήτρια και ταξίδευα με την κοριτσοπαρέα μου περισσότερο με ενθουσιασμό παρά με πρόγραμμα. Από εκείνο το ταξίδι δεν θυμάμαι και πάρα πολλά. Θυμάμαι όμως καθαρά τη βασιλική έπαυλη της Πριγκίπισσας Σίσσυ, το Αχίλλειον. Θυμάμαι τα παγωμένα νερά της Παλαιοκαστρίτσας –τα πιο κρύα νερά στα οποία έχω βουτήξει ποτέ στην Ελλάδα και τις καμάρες του Λιστόν. Και βέβαια θυμάμαι την παλιά πολυκατοικία της Ενετοκρατίας όπου μέναμε στο κέντρο, με μια πολύ στενή σκάλα και ξύλινα πατώματα που έτριζαν σε κάθε βήμα. Κάθε βράδυ, όταν οι συζητήσεις και τα γέλια μας ξέφευγαν λίγο παραπάνω, ο γείτονας από κάτω διαμαρτυρόταν χτυπώντας το ταβάνι με ένα σκουπόξυλο!
Έτσι, όταν πριν από λίγες εβδομάδες βρέθηκα ξανά στο νησί, καλεσμένη του πεντάστερου Valmar Corfu, ένιωθα σαν να επιστρέφω σε έναν τόπο που γνώριζα και ταυτόχρονα δεν γνώριζα καθόλου. Η Κέρκυρα που συνάντησα αυτή τη φορά ήταν διαφορετική. Ίσως γιατί είχε αλλάξει το νησί. Ίσως γιατί είχα αλλάξει εγώ.

Από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο η διαδρομή είναι σύντομη. Λίγο αργότερα βρισκόμασταν ήδη στο 5* Valmar Corfu μέλος της Elegant Collection by Louis Hotels, ένα retreat για ζευγάρια αλλά και οικογένειες -αφού διαθέτει και kids club-, που άνοιξε ανακαινισμένο το καλοκαίρι του 2025, σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές του νησιού, εκεί όπου οι καταπράσινες πλαγιές καταλήγουν στο βαθύ μπλε του Ιονίου.

Κατά την άφιξή μας ακολούθησε μια σύντομη ξενάγηση στους χώρους του ξενοδοχείου. Τρεις πισίνες, τρια εκλεπτυσμένα εστιατόρια, πέντε bars – συμπεριλαμβανομένου του εντυπωσιακού rooftop garden bar με μαγευτική θέα στο Ιόνιο πέλαγος, το Spa και η σύγχρονη αισθητική του Valmar δημιουργούν από την πρώτη στιγμή μια αίσθηση διακοπών. Το ξενοδοχείο διαθέτει 201 δωμάτια και σουίτες, σχεδιασμένα με λιτές γραμμές και έμφαση στην άνεση, ενώ το βλέμμα συνεχώς χάνεται ανάμεσα στους καταπράσινους λόφους και τη θάλασσα.

Μετά από λίγη ξεκούραση στα δωμάτιά μας από τα οποία δεν χορταίναμε τη απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα και τον υπνωτιστικό ήχο των κυμάτων, κατευθυνθήκαμε προς την παλιά πόλη της Κέρκυρας. Όσες φορές κι αν περπατήσω στα καντούνια της, δεν παύω να εντυπωσιάζομαι από αυτή τη μοναδική συνύπαρξη Ελλάδας και Ιταλίας. Τα στενά σοκάκια, οι καμάρες, τα παστέλ κτίρια και οι μικρές πλατείες δημιουργούν την αίσθηση ότι βρίσκεσαι κάπου ανάμεσα στη Βενετία και στο Ιόνιο.

Το πρώτο βράδυ καθήσαμε στην παραδοσιακή ταβέρνα Μπάρμπα, όπου το τραπέζι γέμισε με κερκυραϊκές γεύσεις, όπως μπουρδέτο, παστιτσάδα με γαρίδες και μπιάνκο –συνταγές της γιαγιάς Ευαγγελίας-, καλό κερκυραϊκό κρασί –η αρχαία ποικιλία Κακοτρύγης- και ιστορίες από το νησί. Από εκείνες τις βραδιές που δεν βιάζεσαι να τελειώσουν.

Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στη θάλασσα. Επιβιβαστήκαμε σε σκάφος με προορισμό τους Παξούς και τους Αντίπαξους, ένα από τα πιο όμορφα ημερήσια ταξίδια που μπορεί να κάνει κανείς από την Κέρκυρα. Τα νερά στους Αντίπαξους είχαν εκείνη την εξωπραγματική τιρκουάζ απόχρωση που βλέπεις σε καρτ ποστάλ και αναρωτιέσαι αν είναι αληθινή. Είναι. Η κρουαζιέρα μάς έδωσε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις ακτές του Ιονίου από μια διαφορετική οπτική και να περάσουμε μια ημέρα γεμάτη ήλιο, θάλασσα και εικόνες που δύσκολα ξεχνιούνται.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, η μέρα έκλεισε με δείπνο στο Viru, το εστιατόριο περουβιανής fusion κουζίνας του Valmar. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να δοκιμάζεις γεύσεις εμπνευσμένες από το Περού ενώ απέναντί σου απλώνεται το Ιόνιο. Η δημιουργική κουζίνα, οι ιδιαίτεροι συνδυασμοί και η θέα συνέθεσαν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γαστρονομικές στιγμές του ταξιδιού.

Το Valmar διαθέτει επιπλέον το Valle Main Restaurant με πλούσιους μπουφέδες με διεθνείς και τοπικές γεύσεις, ζωντανά cooking stations και προσεγμένες επιλογές που αναδεικνύουν τα καλύτερα προϊόντα της περιοχής και το Gill & Olive Beach Bar & Restaurant που αντλεί έμπνευση από τις αυθεντικές γεύσεις της Ελλάδας και της Μεσογείου. Την εμπειρία συμπληρώνει το A Mano Snackeria Pool Bar, δίπλα στην πισίνα, για ελαφριά γεύματα, δροσερές σαλάτες, snacks και αναζωογονητικά ροφήματα.

Η επόμενη μέρα, μετά το βασιλικό πρωινό μας, ξεκίνησε πιο αργά και ήρεμα, με μια επίσκεψη στο spa του ξενοδοχείου. Σε έναν χώρο αφιερωμένο στην ευεξία, με θεραπείες που βοηθούν να αφήσουμε πίσω την ένταση της καθημερινότητας, ήταν εύκολο να μπούμε ακόμη περισσότερο στο πνεύμα των διακοπών.

Δεν θα μπορούσαμε να φύγουμε χωρίς μια στάση στο Kerkyra Blue Hotel N’ Spa, το "αδελφάκι" του Valmar, σε σημείο αναπνοής από την Παλιά Πόλη, στην περιοχή Αλυκές Ποταμού, απλωμένο σε μια καταπράσινη έκταση περίπου 100 στρεμμάτων με άπλετη θέα στα κρυστάλλινα νερά του Ιουνίου, για να γνωρίσουμε μια διαφορετική προσέγγιση φιλοξενίας που μοιράζεται την ίδια φιλοσοφία άνεσης και ανεπιτήδευτης πολυτέλειας.

Το απόγευμα επιστρέψαμε εκεί όπου χτυπά η καρδιά του νησιού: στην παλιά πόλη. Περπατήσαμε χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χαθήκαμε στα σοκάκια, χαζέψαμε τις βιτρίνες και αφήσαμε την ατμόσφαιρα της πόλης να μας παρασύρει. Η Κέρκυρα έχει αυτή τη σπάνια ικανότητα να σε κάνει να επιβραδύνεις. Να σταματάς για έναν καφέ σε μια μικρή πλατεία, ένα λιλιπούτειο καφέ, να παρατηρείς τα κτίρια γύρω σου και να νιώθεις ότι ο χρόνος κυλά λίγο διαφορετικά.

Φεύγοντας από το νησί, αυτό που κράτησα περισσότερο δεν ήταν μόνο οι όμορφες εικόνες ή η εκπληκτική φιλοξενία του Valmar. Ήταν αυτή η αίσθηση της κερκυραϊκής dolce vita. Η συνύπαρξη της θάλασσας, της βενετσιάνικης κληρονομιάς, της καλής γαστρονομίας και της χαλαρής πολυτέλειας δημιουργεί έναν προορισμό που σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο προτέρημα της Κέρκυρας: δεν σε αποχαιρετά ποτέ πραγματικά. Απλώς σε κάνει να σχεδιάζεις το επόμενο ταξίδι.

