"Η Παρέλαση" παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης το 1965. Ήταν μέρος της τριλογίας με τίτλο "Πόλη", στην οποία περιλαμβάνονταν επίσης τα μονόπρακτα "Διανυκτέρευση" και "Πόλη". Το κείμενο, γραμμένο μόλις δύο χρόνια πριν την επταετία, έχει σαφές πολιτικό κείμενο, δοσμένο με αλληγορικό τρόπο. Η Αναγνωστάκη μιλάει για την πολιτική και την κοινωνία της εποχής, εμφανώς επηρεασμένη από το Θέατρο του Παραλόγου το οποίο βρισκόταν σε άνθιση την εποχή εκείνη, και κυρίως από την γραφή του Βρετανού Χάρολντ Πίντερ. Δεν είναι επομένως διόλου περίεργο ότι το κείμενο περιλαμβάνει Παύσεις, Μικρές Παύσεις και Μεγάλες Παύσεις, ανάλογες με τις πιντερικές Παύσεις και Σιωπές, οι οποίες στόχο έχουν να επιτείνουν τη δράση ή να την υπογραμμίσουν, δίνοντας παράλληλα χρόνο στους ήρωες να σκεφθούν. Το γεγονός ότι στην παράσταση οι ηθοποιοί ανέφεραν τόσο τις παύσεις, όσο και τις σκηνικές οδηγίες συνέβαλε στη μεταβολή του ρυθμού της παράστασης, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη σημασία τους. Ο σκηνοθετικός ρυθμός έγινε συνεπώς πιο γρήγορος, ισορροπώντας ανάμεσα στην ονειροφαντασία και την πραγματικότητα, στο παρελθόν και το παρόν.

Η Ζωή και ο Άρης είναι δύο νέα παιδιά. Ζούνε κλεισμένα σε ένα διαμέρισμα μαζί με τον πατέρα τους, ωστόσο τον περισσότερο καιρό είναι οι δυο τους. Μόνη τους διασκέδαση είναι το πλέξιμο για τη Ζωή και τα χάρτινα καραβάκια για τον Άρη. Τους αρέσει όμως να κοιτάζουν και από το μοναδικό παράθυρο που υπάρχει στο χώρο. Ανυπομονούν για κάποια γιορτή ή ξεχωριστή μέρα, που θα μπορούσε να τους βγάλει για λίγο από τη ρουτίνα τους, μέχρι που καταλαβαίνουν ότι στήνονται εξέδρες για παρέλαση. Παρακολουθούν με ενθουσιασμό, απορία και χαρά τις ετοιμασίες, έως ότου συνειδητοποιήσουν τη φρικιαστική πραγματικότητα.
Ο Νεκτάριος Λιονάκης έπαιξε με το κείμενο τοποθετώντας τους ηθοποιούς να μπαινοβγαίνουν στο σώμα τους, στο χρόνο, αλλά και την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο σκηνοθέτης σκιαγράφησε με μελανά χρώματα τις απορίες, τις εμπειρίες, αλλά και τις αναμνήσεις των δύο παιδιών πριν βρεθούν σε αυτό το σπίτι, αλλά και ενόσω ζουν σε αυτό. Περιορισμένοι μέσα σε ένα δωμάτιο-κουτί παρακολουθούν τον έξω κόσμο από ένα μικρό παράθυρο. Την ίδια στιγμή ωστόσο αποτέλεσαν και οι ίδιοι αντικείμενο παρατήρησης από το κοινό, το οποίο ήταν καθισμένο αμφίπλευρα της σκηνής. Αυτή η μεταθεατρική σκηνοθετική συνθήκη μεταμόρφωσε τη Ζωή και τον Άρη από παρατηρητές σε αντικείμενα παρατήρησης. Έτσι, ο σκηνοθέτης ανέδειξε το θέμα της απομόνωσης των σύγχρονων νέων μέσα στο σπίτι, οι οποίοι προτιμούν να παρακολουθούν τη ζωή, παρά να συμμετέχουν σε αυτήν. Ενδεικτικό ότι ο Άρης αδυνατεί να αρθρώσει τη λέξη "φίλος", η οποία του φαίνεται ανοίκεια και ξένη.

Πολύ καλοί ήταν τόσο η Κωνσταντίνα Μάντζιου στο ρόλο της Ζωής, όσο και ο Μανώλης Πίτερης ως Άρης. Απέδωσαν με φυσικότητα τους ρόλους τους βαδίζοντας υποκριτικά μεταξύ μιας παιδιάστικης αθωότητας και μιας σιωπηλής ενοχής. Με έντονη σωματικότητα σηματοδότησαν τις μορφές βίας με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι οι νέοι σήμερα, και μπορεί να εκτείνονται στον οικογενειακό, αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.
Η σκηνοθεσία του Νεκτάριου Λιονάκη τοποθετεί το έργο σε σύγχρονο πλαίσιο φέρνοντάς το κοντά στη σημερινή κοινωνία και τους νέους του 21ου αιώνα, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διαχρονικότητα ενός έργου που γράφτηκε στα μέσα, σχεδόν, του περασμένου αιώνα.
Περισσότερες πληροφορίες
H Παρέλαση
Δύο αδέλφια ζουν απομονωμένα σε ένα δωμάτιο, έχοντας ως μοναδική επαφή με τον έξω κόσμο όσα μπορούν να δουν από το παράθυρό τους. Μέσα από το παιχνίδι και τη φαντασία προσπαθούν να κατανοήσουν όσα συμβαίνουν γύρω τους, ενώ η πραγματικότητα γίνεται σταδιακά πιο απειλητική. Η παρέλαση που περνά έξω από το σπίτι αποκτά για εκείνους διαφορετικό νόημα και σηματοδοτεί έναν κόσμο που αλλάζει, καθώς ο φόβος και η αβεβαιότητα εισβάλλουν στον μέχρι τότε περιορισμένο χώρο τους. Καθώς μεγαλώνουν, τα δύο αδέλφια καλούνται να αντιμετωπίσουν μια πραγματικότητα που δεν μπορούν πλέον να αγνοήσουν. Η ιστορία εξετάζει τον φόβο, την ενηλικίωση και την ανάγκη για ελευθερία μέσα σε ένα περιβάλλον απειλής.

