Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης σκηνοθέτησε με μαεστρία την γαλλική φάρσα του Καστρό παίζοντας με τις αλλεπάλληλες παρεξηγήσεις. Με γρήγορο ρυθμό, εναλλαγές και διάλογο που ρέει, η παράσταση ήταν απολαυστική. Η φάρσα στο σύγχρονο θέατρο "σχετίζεται με παράλογες καταστάσεις, οι οποίες συνήθως βασίζονται σε εξωσυζυγικές περιπέτειες" (Hartnoll, Phyllis. "The Oxford Companion to Theatre". Oxford Univ. Press, 1988).
Ο Βικτόρ ζηλεύει την σύντροφό του, Στεφανί, πιστεύοντας ότι έχει ερωτευτεί τον μεσίτη τους, τον Σεντρίκ. Η ζήλια του Βικτόρ πυροδοτεί έναν κύκλο παρεξηγήσεων, καθώς στο πρόσωπο του Τομά, βρίσκει τον σωσία του μεσίτη. Ο Τομά, ένας αποτυχημένος και άνεργος ηθοποιός, δέχεται να αποτελέσει μέρος του σχεδίου του Βικτόρ, έναντι αμοιβής. Λάθη, παρανοήσεις και μπερδέματα δημιουργούν κωμικές καταστάσεις.
Ο σκηνοθέτης έστησε μια παράσταση η οποία βασίστηκε στη φυσικότητα, αλλά έπαιξε επίσης με τη σωματικότητα των ηθοποιών. Έτσι, το κωμικό αποτέλεσμα δεν προέκυψε μόνον από το κείμενο, αλλά κυρίως από τις ερμηνείες. Ο ρεαλισμός της σκηνοθετικής γραμμής φώτισε περαιτέρω την κωμωδία, αφού δεν κατέφυγε σε εντυπωσιασμούς ή χοντροκομμένα αστεία.
Ο Άκης Σακελλαρίου δίνει μια από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες του, αφού κατορθώνει έναν υποκριτικό άθλο, υποδυόμενος 3 (ή ίσως και 4 ή και 5) διαφορετικούς ρόλους. Η άνεση και η φυσικότητα με τις οποίες αλλάζει ρόλους αποδεικνύουν την τόσο ιδιαίτερη υποκριτική στόφα αυτού του πολύ καλού ηθοποιού. Δίπλα του στέκεται επάξια η Σοφία Βογιατζάκη, η οποία με μέτρο και ρεαλισμό στο παίξιμό της, χωρίς να "υπερπαίζει", συμβάλλει καταλυτικά στο συνολικό κωμικό αποτέλεσμα της παράστασης. Πολύ καλός είναι και ο Θανάσης Κουρλαμπάς, ο οποίος καθόλη την παράσταση παρέμεινε φυσικός και χωρίς εξάρσεις. Η Στεφανί της Ναταλίας Δραγούμη τέλος ήταν φυσική, αν και κινήθηκε σε πιο υψηλούς τόνους.
Τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή ήταν απολύτως λειτουργικά, ενώ παράλληλα αποτύπωναν με εξαιρετικό ρεαλισμό την ατμόσφαιρα του έργου. Δηλωτικά της κοινωνικής συνθήκης του έργου (η φάρσα είναι κατά κύριο λόγο είδος αστικού θεάτρου), ήταν καλαίσθητα. Πολύ καλά ήταν επίσης τα πολλά και διαφορετικά κοστούμια τα οποία επιμελήθηκε η Χριστίνα Ευσταθίου. Η μουσική του Μίνου Μάτσα δεν συνόδευε απλώς την δράση, αλλά συνέβαλε στην δημιουργία της συνολικής ατμόσφαιράς της, σε συνδυασμό και με τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου. Τέλος, η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου απέδωσε τη φρεσκάδα και τον παλμό του έργου, το οποίο γράφτηκε μόλις το 2022.
