Χρήστος Συμεωνίδης©
Ο Suyako (κατά κόσμον Βασίλης Μαγουλιώτης) υπογράφει ένα έργο για το (ελληνικό) θέατρο και για όσα "καίνε" μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών, χωρίς διδακτισμό, χωρίς να προσφεύγει στο ντοκουμέντο, χωρίς να μεταχειρίζεται τον ρεαλισμό. Το έργο του δεν μοιάζει με τα περισσότερα σύγχρονα κείμενα που γράφονται τα τελευταία χρόνια — ούτε καν με το δικό του "Merde", παρότι αντλεί από την ίδια θεματική δεξαμενή της θεατρικής πραγματικότητας και κινείται επίσης στο πεδίο της σάτιρας.
Η "Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα" είναι ένα έργο γεννημένο από την ελληνική πραγματικότητα, που όμως μιλά μια παγκόσμια γλώσσα, ενώ και δραματουργικά εμφανίζεται δυναμικό, φρέσκο, ξεχωριστό, έστω κι αν σε σημεία η ενέργειά του φθίνει. Η υπόθεση αποκόπτεται από την πρόσδεση στο εδώ και τώρα, ενώ η σάτιρα εμπεριέχει μια δόση πίκρας, αγωνίας και έγνοιας.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αργεντινή του 2010, σε μια περίοδο σφοδρής οικονομικής κρίσης: τα δεδομένα στον χώρο του πολιτισμού αλλάζουν ραγδαία, οι καλλιτέχνες βιώνουν απανωτές ματαιώσεις, αμφισβητούν τον ρόλο τους και η κρίση μετατρέπεται σε υπαρξιακή. Την ίδια στιγμή, τα μεγάλα ιδρύματα αναδεικνύονται στον νέο κυρίαρχο "παίκτη", οικειοποιούμενα έργα, καλλιτέχνες και κινήματα.
Τι σημαίνει, λοιπόν, να είσαι καλλιτέχνης στον 21ο αιώνα; Μπορείς να παραμείνεις πολιτικός, ελεύθερος, αδέσμευτος; Ποια είναι τα όρια του συμβιβασμού και τι προκύπτει από την αναμέτρηση με ιδανικά και κεκτημένα των προηγούμενων γενεών;

Αυτά και άλλα ζητήματα προκύπτουν στο έργο, μέσα όμως από μία διόλου "βαρύγδουπη" ιστορία, όπου πρωταγωνιστεί ο αιρετικός, ρηξικέλευθος, αναρχικός ακτιβιστής και περφόρμερ Χούλιο Τόγκα, ο οποίος αναγκάζεται να συμμαχήσει με τον "διάβολο": τους ιθύνοντες του Νέου Ιδρύματος Πολιτισμού "Σάντσες" στο Μπουένος Άιρες, που τον επιλέγουν για να σκηνοθετήσει την τελετή έναρξης της λειτουργίας του. Η ιστορία ξετυλίγεται ως ένα εκτεταμένο flashback του φίλου του, Οράσιο, που μας μεταφέρει πίσω στην προσπάθεια του Χούλιο προσπαθεί να στήσει την τελετή - η οποία θα καταλήξει σε ένα εκρηκτικό φινάλε.

Η παράσταση που σκηνοθετεί ο συγγραφέας είναι το ίδιο απενοχοποιημένη. Το πολιτικό και υπαρξιακό σχόλιο κρύβονται πίσω από την κεφάτη, κωμική και μουσική -με τις χαρακτηριστικές λατινοαμερικάνικες μελωδίες, που εκτελούνται ζωντανά από τον Μικέ Γλύκα- βιτρίνα, ενώ υπάρχουν και στιγμές που το σχόλιο γίνεται ακόμη πιο αιχμηρό. βοηθάει σε αυτό η αισθητική που σε στιγμές αγγίζει το γκροτέσκο. Επί σκηνής εκτυλίσσεται ένα, με τον τρόπο του, υβριδικό θέαμα που εκμεταλλεύεται διαφορετικά θεατρικά εργαλεία και είδη, ενώ η υποκριτική των ηθοποιών μετεωρίζεται επιτυχημένα μεταξύ φυσικότητας και υπερβολής.
Ο Δημήτρης Δρόσος στο ρόλο του Χούλιο και ο ΄Άρης Μπαλής σε αυτόν του Οράσιο -που καλείται να πει την ιστορία, ως άλλος σαιξπηρικός Οράτιος- ξεχωρίζουν μέσα στο γενικά πολύ καλό σύνολο (Μαρία Αποστολακέα, Μελίνα Πολυζώνη, Μικές Γλύκας), καθώς υπηρετούν τόσο την υπερβολή της σάτιρας όσο και τις στοχαστικές στιγμές. Τα σκηνικά της Εύας Γουλάκου αποτυπώνουν επιτυχημένα έναν χώρο καλλιτεχνικού δημιουργικού "χάους", τα κοστούμια της υποδηλώνουν τους διαφορετικούς χαρακτήρες, ενώ τα φώτα του Δημήτρη Κασιμάτη αποτυπώνουν διαφορετικές συναισθηματικές θερμοκρασίες.
Περισσότερες πληροφορίες
Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα
Στην Αργεντινή λίγο μετά την οικονομική κρίση – μια χώρα που θυμίζει έντονα την Ελλάδα – η τέχνη, ο ακτιβισμός και η εμπορευματοποίηση της κουλτούρας συναντιούνται σε μια ιστορία όπου η πιο μεγάλη επανάσταση ίσως είναι να γελάσεις. Ο Χούλιο Τόγκα - ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας - είναι περφόρμερ, εικονοκλάστης και ακτιβιστής. Ήταν πάντα για το κατεστημένο ό,τι είναι ένας εξωτικός αχινός για την γυμνή πατούσα. Τώρα είναι με το ένα πόδι στο απόγειο της επιτυχίας του και με το άλλο στην κρίση μέσης ηλικίας του. Όταν ένα από τα μεγάλα ιδιωτικά ιδρύματα που έχουν αναλάβει τα ηνία του Πολιτισμού του αναθέτει να αναλάβει την τελετή έναρξης του νέου τους πολυτελούς κέντρου, ο Χούλιο έρχεται αντιμέτωπος με διλήμματα που ορίζουν την ελευθερία και την ευτυχία του καθενός: Ποιο είναι το κέρδος και ποιο το κόστος της αντίδρασης; Ποιος πρέπει να το πληρώσει; Ποια γενιά έχει την ευθύνη για αλλαγή; H δικιά μας ή η προηγούμενη; Και πότε είναι η ώρα για την επόμενη;