(c) Karol Jarek
Είναι εντυπωσιακό πώς ένα επάγγελμα που έχει πλέον περάσει στη σφαίρα της βιομηχανικής αρχαιολογίας —αυτό του δακτυλογράφου— καταφέρνει να αποτελεί το ιδανικό όχημα για μια σπουδή πάνω στη σύγχρονη υπαρξιακή αγωνία. Στο έργο του Μάρεϊ Σίζγκαλ, "Οι Δακτυλογράφοι", η γραφομηχανή λειτουργεί ως ένας μεταφορικός ρυθμοδότης που μετρά τις χτυπημένες πλήκτρο-πλήκτρο στιγμές μιας ολόκληρης ζωής.
Η Νάγια Μητσάκου σκηνοθετεί το μονόπρακτο που ανεβαινει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο ΠΛΥΦΑ (από 4/4). Η Σμαράγδα Κάκκινου και ο Γιάννης Λιόκαρης ερμηνεύουν τους δύο ήρωες του έργου που βιώνουν τον εγκλεισμό στο γραφείο και ζουν τη σταδιακή φθορά των ονείρων. Οι ήρωες ξεκινούν με την ορμή της νεότητας —ο Πωλ με τη Νομική, η Σύλβια με τις συναισθηματικές της προσδοκίες— για να καταλήξουν δέσμιοι της συνήθειας.
Η διαχρονικότητα της ματαίωσης
Παρόλο που η ψηφιακή επανάσταση κατέστησε τις γραφομηχανές μουσειακά είδη, η δομή της καθημερινότητας που περιγράφει ο Σίζγκαλ παραμένει τρομακτικά επίκαιρη. Ο Πωλ και η Σύλβια δεν είναι απλώς υπάλληλοι του ’60· είναι οι πρόδρομοι του σύγχρονου εργαζόμενου που παγιδεύεται στην "προσωρινότητα". Σήμερα, μπορεί να μην ακούμε τον μεταλλικό ήχο της επιστροφής του κυλίνδρου, αλλά βιώνουμε την ίδια αίσθηση του κατεπείγοντος μέσα από τα notifications και τα deadlines.

Το έργο μάς μιλά σήμερα γιατί η μάχη με τον χρόνο παραμένει άνιση: η ψευδαίσθηση ότι η "πραγματική ζωή" θα ξεκινήσει μόλις τελειώσει η βάρδια είναι η μεγαλύτερη συλλογική μας αυταπάτη. Οι ανάγκες για αναγνώριση, έρωτα και σκοπό παραμένουν αναλλοίωτες, ανεξάρτητα από το αν το μέσο καταγραφής τους είναι το χαρτί carbon ή το cloud. Ο Σίζγκαλ μας υπενθυμίζει ότι, αν δεν προσέξουμε, το οκτάωρο δεν καταναλώνει απλώς την ενέργειά μας, αλλά την ίδια μας την ύπαρξη, μετατρέποντας το "προσωρινό" σε μια ισόβια κάθειρξη.

